Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

Henri Lefebvre - Ένας απολογισμός για το έργο του Μαρξ (μέρος β)

Εδώ το πρώτο μέρος: https://maxylismos.blogspot.gr/2016/06/henri-lefebvre-1984.html

Πηγή: http://www.filomantis.gr/epiloges/thematika/enas-apologismos-gia-to-ergo-tou-marx.html


Τολμώ να επιμείνω σε αυτές τις έννοιες που έκαναν μερικούς να πουν, στη Γαλλία και αλλού, ότι δεν ήμουν πλέον «μαρξιστής». Ορθώνομαι ενάντια σε αυτόν τον ισχυρισμό. Το να σκέφτεσαι υπό την επίδραση του Μαρξ, το να εμβαθύνεις τις έννοιες και τη σύλληψή του, το να τις χρησιμοποιείς σαν εργαλεία για να κατανοήσεις τη νεωτερικότητα και για να θέσεις τα προβλήματά της, είναι τάχα ασύμβατο με τον μαρξισμό; Το μόνο βέβαιο είναι πως είναι ασύμβατο με τον μαρξιστικό δογματισμό. Μέσα σ' ατέλειωτες διαμάχες των οποίων η ανάμνηση δεν έχει σβήσει εντελώς, κάθε τι που δεν ήταν αυστηρά δογματικό λογαριαζόταν για ρεβιζιονισμός και κάθε τι που δεν ήταν ρεβιζιονιστικό αντιμετωπιζόταν σαν δογματισμός. Αυτοί οι δύο όροι είχαν γίνει ένα είδος τελετουργικής βρισιάς που πετιόταν κατά πρόσωπο, πιστεύοντας ότι έτσι σχηματίζουν δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Τέτοιες διαμάχες αποτελούν μέρος της επίδρασης της σκέψης του Μαρξ καθώς επίσης και της ιστορίας της. Δεν συνέβαλαν στη γονιμότητά της. Οδηγούμαστε σήμερα να θέσουμε ορισμένα ζητήματα σε ό,τι αφορά τον ρόλο του Λένιν και του λενινισμού σε αυτές τις αντιδικίες και κυρίως για τον τόνο τους. Η εξέταση αυτής της πλευράς της μαρξιστικής επίδρασης θα έπαιρνε πολύ εδώ, αν και δεν είναι εκτός θέματος. Σε ό,τι με αφορά αρνήθηκα πάντοτε, να αφήνομαι σε εγκλωβισμούς στο εναλλακτικό δίπολο «δογματισμός»-«ρεβιζιονισμός», δίπολο που σήμερα είναι λιγάκι πεπαλαιωμένο. Απ' την άλλη, αποκρούω την ονομασία που ακούγεται τόσο συχνά «μαρξισμός-λενινισμός» και δηλώνω ότι είμαι πολύ περισσότερο μαρξιστής παρά λενινιστής. Σκέφτομαι και επιβεβαιώνω ότι το έργο του Μαρξ πρέπει να παραμείνει για εμάς και για την εποχή μας μια σταθερή αναφορά, ένα σημείο αφετηρίας - κι όχι σημείο αφίξεως. Πρέπει επίσης να περάσει από μία άγρυπνη και  αδιάκοπη κριτική. Όσο για τον Λένιν και τον λενινισμό, οφείλω να αναγνωρίσω ότι ίσως πρέπει να κάνω εδώ μια κάποια αυτοκριτική. Μια εποχή και παρά τις πολλές προφυλάξεις, ορισμένα κείμενα πάνω στον Λένιν και τον λενινισμό[7] δεν ξέφυγαν από κάποιον δογματισμό. Αλλά πώς να ξεφύγεις εντελώς από την εποχή σου;

Ακόμη και από μεθοδολογική άποψη, θα υπήρχε σήμερα χώρος για να εξεταστεί από κοντά η σκέψη του Μαρξ και να αναπτυχθεί ενόσω συμπληρώνεται. Ό,τι έχουν γράψει ο Μαρξ και ο Ένγκελς για τη διαλεκτική δεν δείχνει να είναι πάντα σαφές και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Ούτε ό,τι έχουν γράψει για τη λογική. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η λογική έχει σημειώσει μεγάλες προόδους τόσο θεωρητικές όσο και πρακτικές. Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η λογική έχει γίνει λειτουργική-αποτελεσματική, που σημαίνει ότι μπαίνει στην κοινωνική πρακτική· κι αυτό ολοένα και περισσότερο με τις εφαρμογές της που πάνε από την οργάνωση της παραγωγικής εργασίας μέχρι τη στρατιωτική και πολιτική χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Πώς να μην επανεξετάσουμε τις σχέσεις της λογικής και της διαλεκτικής;[8] Ακόμη κι αν μένει κανείς προσηλωμένος στην τελευταία, ακόμη κι αν συνεχίζει να αποκαλύπτει με την έννοια του Χέγκελ και του Μαρξ το «έργο του αρνητικού» (κι αυτό, κατά τη διάρκεια αυτού που ονομάζουμε «κρίση»), μια καινούργια προβληματική αναδύεται από τις σχέσεις λογικής και διαλεκτικής.


Για να γίνω σαφέστερος, ας σκεφτούμε τις σχέσεις ανάμεσα σε δομή και συγκυρία. Η έννοια της δομής υπάρχει αναντίρρητα στον Μαρξ και μάλιστα σε ένα κείμενο τόσο πολυαναφερμένο που έχει μπει εδώ και καιρό σε αυτό που κάποιοι (με μία ακαταδεξία λιγάκι υπερβολική) αποκαλούν Αγία Γραφή του μαρξισμού: «Μέσα στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι έρχονται σε σχέσεις που είναι καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους, σχέσεις παραγωγής που ανταποκρίνονται σε έναν καθορισμένο βαθμό ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Το σύνολο αυτών των σχέσεων παραγωγής συγκροτεί την οικονομική δομή της κοινωνίας, τη συγκεκριμένη βάση...» κ.λπ. Όσο για τον όρο συγκυρία, εμφανίζεται ελάχιστα μέσα στο έργο του Μαρξ και η έννοια μένει εκεί αδιευκρίνιστη. Υπάρχουν ωστόσο έργα του Μαρξ που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αλλιώς παρά μελέτες της συγκυρίας. Θα αναφέρω σαν παράδειγμα την 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη. Αυτό το βιβλίο περιέχει μία αξιοθαύμαστη ανάλυση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας, της Γαλλίας πριν το πραξικόπημα με το οποίο ο Ναπολέων ο Γ΄ πήρε την εξουσία. Αυτή η ανάλυση κάθε άλλο παρά ανάγει την γαλλική κοινωνία στη δομική αντίθεση της αστικής τάξης και του προλεταριάτου, του κεφαλαίου και της εργασίας. Πολλές τάξεις και ταξικές μερίδες εμφανίζονται στην ανάλυση, ιδίως σε ό,τι αφορά τους αγρότες. Πρόκειται για ένα έργο που είναι συγκεκριμένο και ταυτόχρονα έργο πολεμικής. Συχνά το ταξινομούν στα ιστορικά ή πολιτικά έργα του Μαρξ, έξω από τα οικονομικά έργα. Με τρόπον ώστε ξεθώριαζε η συγκρου­σιακή σχέση ανάμεσα στη δομή και τη συγκυρία, ενώ κι η μεθοδολογία παρέμενε ατελής. Αυτό το είδος διαχωρισμού ανάμεσα στα έργα στάθηκε εντελώς επιζήμιο και βλαπτικό για την επίδραση του Μαρξ· το ίδιο ισχύει για τον διαχωρισμό ανάμεσα στα έργα της νεότητας κι εκείνα της ωριμότητας, ανάμεσα στα φιλοσοφικά και τα οικονομικά έργα. Δεν πρέπει να θεωρούμε τη σκέψη του Μαρξ σαν ένα σύστημα αλλά εξίσου δεν πρέπει να την εκλαμβάνουμε σαν ένα απλό άθροισμα ξεκομμένων σκέψεων πάνω στο οικονομικό, το κοινωνικό το πολιτικό. Πρέπει να τη βλέπουμε σαν μία συγκρουσιακή ενότητα, εν τω γίγνεσθαι, σε σχέση με όλη την εποχή της. Παραλίγο να ξεχάσω να αναφέρω ότι Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη περιέχει μια από τις ελάχιστες συγκεκριμένες αναλύσεις που άφησε ο Μαρξ για το κράτος, για την πολιτική δράση και για τη θέση τους στην κοινωνία.

Στο σημείο αυτό, θα είχε ενδιαφέρον να ξαναπιάσουμε αυτά που έχει πει ο Μαρξ για το παγκόσμιο. Δεν αγνόησε την παγκοσμιότητα, ούτε το παγκόσμιο πεπρωμένο του εμπορεύματος. Έθεσε τις βάσεις μιας κριτικής ανάλυσης του κόσμου του εμπορεύματος και της ανταλλαγής, της λογικής του και της γλώσσας του, των δικτύων και των αλυσίδων ισοδυναμιών, της δυνάμει επέκτασής του σε όλο τον πλανήτη. Υπολόγιζε σε αυτή την επέκταση προκειμένου αυτή να απαλύνει ή και να σαρώσει τους διαχωρισμούς των συνόρων ανάμεσα στις χώρες. Από την άλλη, δεν θα χρειαζόταν να επιμείνουμε στο γεγονός ότι ο Μαρξ γνώρισε καλά την παγκόσμια αγορά μόνο στην πρώτη της φάση: τη φάση της πρωταρχικής συσσώρευσης και της εξάπλωσης του εμπορικού καπιταλισμού. Πρέπει λοιπόν να το θυμίσουμε; Ορισμένες χώρες πλουτίζουν ανακατεύοντας επιδέξια τη λεηλασία και το εμπόριο. Είδαμε, κι αποτελεί αυτό μία σημαντική πλευρά της ιστορίας, το κέντρο δραστηριότητας να περνάει από τη Μεσόγειο στον Ατλαντικό Ωκεανό. Είδαμε, τέλος, να δημιουργούνται μεγάλες αποικιακές αυτοκρατορίες: ισπανική, πορτογαλική, ολλανδική, γαλλική και αγγλική. Το εμπόριο τότε ήταν κυρίως η ανταλλαγή εμπορευμάτων, δηλαδή φυσικών και βιοτεχνικών προϊόντων. Όλα αυτά τα γεγονότα, που έχουν επιβεβαιωθεί εδώ και έναν αιώνα από τους ιστορικούς, βρίσκονται τουλάχιστον σαν επισημάνσεις μέσα στο Κεφάλαιο και μέσα στα οικονομικά έργα του Μαρξ. Μα αυτός δεν μπορούσε τίποτε άλλο παρά να προαισθανθεί τη δεύτερη φάση της παγκοσμιότητας και της παγκόσμιας αγοράς, μεταγενέστερη από τη συγκρότηση του βιομηχανικού καπιταλισμού και συνδεδεμένη με την εκδίπλωση αυτού του καπιταλισμού. Δεν θα χρειαζόταν να επιμείνουμε ιδιαίτερα στην πολύ υψηλή συνθετότητα σήμερα του παγκόσμιου, στη διαπλοκή των αντιφάσεων, στην πλανητική προβληματική που τίθεται και που κάνει τον ίδιο τον «Άνθρωπο» διακύβευμα μιας τρομακτικής παρτίδας.

Η παγκόσμια αγορά; Δεν ανάγεται πλέον στην ανταλλαγή των εμπορευμάτων. Περιλαμβάνει την αγορά και την ανταλλαγή κεφαλαίων, φαιάς ουσίας και τεχνικών, εργατικών χεριών, ενέργειας, χώρου και χρόνου, έργων τέχνης κ.λπ... Οι κατηγορίες και οι έννοιες που άφησε ο Μαρξ οφείλουν να επανεξεταστούν προκειμένου να καταφέρουμε να γνωρίσουμε αυτή την εξαιρετική συνθετότητα, αυτά τα κύματα προϊόντων και σημείων. Επιβεβαιώνω ότι πρέπει να ξεκινάμε από τον Μαρξ και όχι να παραμένουμε σε αυτόν, κυρίως εάν θέλουμε να καθορίσουμε μία στρατηγική που να μπορεί να ανοίξει ένα δρόμο μέσα στη διαπλοκή των αντιφάσεων και να προσανατολίσει τη δράση προς στόχους εφικτούς και συνάμα επιθυμητούς. Στις γιουγκοσλάβικες εκδόσεις έχω βρει πολλά στοιχεία μιας τέτοιας αναζήτησης, που χρησιμοποιούν το μαρξιστικό κεκτημένο για να το άρουν στο ύψος των παγκόσμιων περιστάσεων. Δεν πιστεύω ότι αυτή η έρευνα έχει τελειώσει. Κάθε άλλο, ιδίως σε ό,τι αφορά τη Γαλλία, όπου η απουσία μιας γνώσης της σύγχρονης παγκοσμιότητας δίνει έδαφος απ' τη μια στον πολιτικό εμπειρισμό και πραγματισμό, κι απ' την άλλη στην απελπισία ή στις άφρονες ελπίδες. Η έννοια της παγκοσμιότητας και η προβληματική του πλανητικού ανθρώπου απέχουν πολύ από το να έχουν εξαντληθεί.


Όποιος εξερευνά σε βάθος την παγκοσμιότητα διαπιστώνει ότι αυτή δεν είναι αποτέλεσμα μόνο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της εκδίπλωσής του σε ανοικτή ή όχι σύγκρουση με τον σοσιαλισμό. Κι ο μαρξισμός, σαν θεωρία, παγκοσμιοποιή­θηκε επίσης. Η σκέψη του Μαρξ άσκησε επιρροή όχι μόνο με άμεσο τρόπο αλλά και έμμεσα, διαμέσου των αντιθέσεων που υποκίνησε αλλά και των ενσωματώσεων. Η επίδραση του μαρξισμού ασκήθηκε διαμέσου των αγροτικών ζητημάτων και των αγροτικών μεταρρυθμίσεων καθώς και διαμέσου των εργατικών κινημάτων και των προλεταριακών επαναστάσεων. Χωρίς τον Μαρξ δεν θα είχε υπάρξει ο Κέυνς, θεωρητικός του νεοκαπιταλισμού, ούτε ο Σούμπετερ, θεωρητικός της δημοκρατίας και της μεγέθυνσης. Η θεωρία των κρατικών παρεμβάσεων, του οικονομικού εξορθολογισμού, και της σχεδιοποίησης, γεννήθηκε από τον Μαρξ, από τη μαρξιστική σκέψη και από την κριτική της στον φιλελευθερισμό. Έστρεψαν αυτή τη θεωρία ενάντια στον μαρξισμό αλλά προέρχεται από αυτόν. Αυτές οι ενσωματώσεις αποτελούν μέρος της επίδρασης. Κι είναι με αυτόν τον τρόπο που η παγκοσμιοποίηση, θεωρούμενη σαν ολότητα μέσα στον σύγχρονο κόσμο, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς να ληφθεί υπ' όψη ο Μαρξ. Η ποικιλία των σχολών και των τάσεων που πηγάζουν από τον Μαρξ πρέπει εξίσου να συνυπολογιστεί. Σε ό,τι με αφορά, διεκδικώ ορισμένα ειδικά χαρακτηριστικά της μαρξιστικής σκέψης έτσι όπως αναπτύχθηκε στη Γαλλία, σε συνάρτηση με την πάλη για τη δημοκρατία, αλλά και σε συνάρτηση με τις φιλοσοφικές και λογοτεχνικές παραδόσεις της Γαλλίας. Λέγοντας ειδικά χαρακτηριστικά και παραδόσεις δεν εννοώ μόνο την καρτεσιανή κληρονομιά αλλά και τον ρομαντισμό, ακόμη και τον σουρεαλισμό. Χωρίς αυτές τις κληρονομιές, ο μαρξισμός στη Γαλλία δεν θα ήταν αυτό που υπήρξε και αυτό που είναι. Η τάση στην οποία ανήκω επικαλείται τη γραμμή που από τον Ραμπελαί φτάνει στις μέρες μας, περνώντας από τον Ντιντερό, τον αριστερό ρομαντισμό, την εξέγερση του Ρεμπώ και τον σουρεαλισμό, εκείνον του Αραγκόν και του Μπρετόν. Αυτή η τάση προχωράει στη ριζική κριτική της υπάρχουσας κοινωνίας· δεν δίστασε μπροστά στην αμφισβήτηση· διακλαδώνεται σε διάφορες τάσεις· τη θεσμική ανάλυση[9], την αυτοδιαχειριστική κριτική της καπιταλιστικής διαχείρισης, κ.λπ... Η άλλη τάση, με πιο επιστημονική περπατησιά, μάλλον συνδέεται περισσότερο με τον θετικισμό, και διαμέσου αυτού με τη φιλοσοφία των επιστημών, που κι αυτή πηγάζει από την καρτεσιανή σχολή. Χρειάζεται να επιμείνουμε πάνω σε αυτή τη διάσπαση της μαρξιστικής σκέψης που προξένησε πολεμικές στη Γαλλία; Ναι, διότι αυτή η ποικιλία, μαζί με τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις που υποκινεί, αποτελεί επίσης μέρος της επίδρασης του Μαρξ, και του πλούτου του. Εξίσου, μέσα στη σκέψη και στις αναζητήσεις που συνδέονται με τον Μαρξ στην Ιταλία, είμαι έτοιμος να υποστηρίξω ότι υπάρχουν ιταλικά ειδικά χαρακτηριστικά και τάσεις που προσιδιάζουν σε αυτή τη χώρα. Ο ιταλικός μαρξισμός μού φαίνεται πολύ πιο ιστορικιστικός από τον γαλλικό μαρξισμό που παίρνει ίσως αποστάσεις σε σχέση με τη στενή ερμηνεία του ιστορικού υλισμού αλλά ενόσω διαλεκτικοποιεί τη σύλληψη του γίγνεσθαι αντί να επιμένει πάνω στις οικονομικές και ιστορικές συνθήκες.

Δίχως αμφιβολία υπάρχουν ειδικά γνωρίσματα του μαρξισμού στη Σοβιετική Ένωση. Αυτή η χώρα, που είχε πολύ μεγάλους συγγραφείς και πολύ μεγάλους καλλιτέχνες, δεν είχε ποτέ μεγάλους φιλοσόφους, ούτε μεγάλη φιλοσοφική παράδοση. Άραγε ό,τι φαίνεται σε εμάς σαν ανυπόφορος δογματισμός, να φαίνεται σε αυτούς διαφορετικά ίσως, σαν θεμελίωση μίας φιλοσοφίας; ...

Θέλω να τονίσω με κάθε επιμονή αυτά τα ειδικά χαρακτηριστικά. Το να τα αναγνωρίσουμε οδηγεί στο να αποδεχτούμε τις διαφορές μέσα στο εσωτερικό της σκέψης του Μαρξ και να βάλουμε τέλος σε διατυπώσεις του τύπου «Εσύ δεν είσαι μαρξιστής ενώ εγώ είμαι...». Η λογική, καθώς και η προβληματική που αυτή θέτει, αποτελεί μέρος της δικής μας φιλοσοφικής παράδοσης· φαίνεται ότι η σκέψη της Ανατολής δεν γνωρίζει τα προβλήματα της λογικής ή τουλάχιστον δεν τα θέτει με τους ίδιους όρους με εμάς. Ανάμεσα στα ειδικά χαρακτηριστικά πρέπει να επισημάνουμε εκείνα της Γερμανικής Σχολής, που ονομάζεται Σχολή της Φρανκφούρτης, με την οποία συνδέουν συχνά τον Λούκατς. Είναι πιθανά οι μόνοι που έχουν ασχοληθεί με ανανεωτική τόλμη με την Αισθητική. Οι επισημάνσεις σχετικά με την τέχνη δεν λείπουν στις άλλες χώρες ούτε οι σκέψεις σχετικά με μία ενδεχόμενη επιστήμη της λογοτεχνίας, της ποίησης, του μυθιστορήματος. Αλλά η γερμανική σχολή είναι η μόνη που είδε το ζήτημα της κατασκευής μιας αισθητικής θεωρίας εξηγώντας όλες τις δημιουργίες από την αρχαιότητα και μετά. Ό,τι κι αν σκέφτεται κανείς για τον Αντόρνο ή για τον Μπέντζαμιν, ακόμη κι αν είναι πολέμιος των διαβημάτων τους και των συμπερασμάτων τους, πρέπει να αναγνωρίσει τη σπουδαιότητα του έργου τους.


Κατά τη γνώμη μου θα υπήρχαν ακόμη πολλά σημεία, ακόμη και τομείς, της σκέψης του Μαρξ που θα έπρεπε να επανεξετάσουμε σήμερα, όχι για να τα καταργήσουμε ή να τα απαξιώσουμε, ούτε για να προσποιηθούμε ότι τα ξεπεράσαμε, μα αντίθετα για να τα αναπτύξουμε. Θα αρκεστώ εδώ να μνημονεύσω στα γρήγορα ένα από αυτά τα σημεία. Για να γίνει πραγμάτευση στο σύνολό τους θα χρειάζονταν όχι ένας αλλά πολλοί τόμοι, και ίσως να είναι έργο μιας ολόκληρης γενιάς.

Πρόκειται για την αναγκαιότητα, για τον ντετερμινισμό. Αυτές οι έννοιες μοιάζουν να έχουν κάποια ρευστότητα μέσα στη σκέψη που πηγάζει από τον Μαρξ κι ίσως ακόμη και στον ίδιο τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Η αιτιότητα άλλοτε κατανοείται με τρόπο λιγάκι γραμμικό και σχεδόν μηχανιστικό, ιδίως στα οικονομικά ζητήματα - κι άλλοτε με τρόπο πολύ πιο διαλεκτικό στις ιστορικές μελέτες ή στις μελέτες της συγκυρίας. Ό,τι κι αν είναι, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα ο λογισμός των πιθανοτήτων κατέκλυσε τα πάντα· πρέπει να το παίρνουμε υπ' όψη μας αυτό, ακόμη κι αν από τούτη την αξιοσημείωτη πρόοδο δεν καταλήγουμε σε οριστικά συμπεράσματα. Πρόσφατα ακόμα, η φυσική των πιθανοτήτων κατήγαγε νίκη σε ό,τι επέμενε μέσα στο έργο του Αϊνστάιν και ανάμεσα στους μαθητές του: ένας αιτιακός, γραμμικός και μηχανιστικός ντετερμινισμός. Σχεδόν σε όλους τους τομείς η «δυνατοκρατία» [possibilisme] παίρνει τη θέση ενός απλοποιημένου ρεαλισμού, μετατοπίζοντας προς τις ενδεχομενικότητες τα κέντρα της γνώσης. Ιδιαίτερα οι στρατηγικές λαμβάνουν πάντοτε υπόψη τις πολλαπλές ενδεχομενικότητες και τις ευκαιρίες των αντιπάλων.


Η ανάλυση τής (οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής) πρακτικής δείχνει τρεις όψεις της δραστηριότητας:

α) ντετερμινισμούς, που κι αυτοί είναι πολλαπλοί και διαπλεκόμενοι (βιολογικοί, ανθρωπολογικοί, γεωγραφικοί κ.λπ).

β) διάφορα υποκειμενικά και αντικειμενικά τυχαία, που δεν είναι πάντα αποτέλεσμα αλληλοπαρεμβολών ανάμεσα στις αιτιακές ακολουθίες...

γ) αποφάσεις, θελήσεις, εσκεμμένες δράσεις της στρατηγικής.

Συμπληρώνω εδώ ότι οι διαμάχες ανάμεσα στους οπαδούς της αναγκαιότητας και σε όσους παραδέχονται το τυχαίο διαρκούν πάντοτε, σε όλους τους τομείς, σε όλα τα επίπεδα. Πρόκειται λοιπόν για μία προβληματική ανοικτή.

Αυτές οι προτάσεις δεν δεσμεύουν παρά μονάχα εμένα. Δεν ανήκω στη Γαλλία σε καμμία οργάνωση. Είμαι ένας ερευνητής μοναχικός (που δεν σημαίνει απομονωμένος). Σε μία καπιταλιστική αλλά δημοκρατική χώρα, αυτή η κατάσταση έχει πλεονεκτήματα και δυσχέρειες. Ένα μεγάλο πλεονέκτημα είναι ότι μένεις έξω από κοντοπρόθεσμες πολιτικές έγνοιες. Οι δυσχέρειες; Είναι πολυάριθμες, μα αφήνω στους αναγνώστες μιας σοσιαλιστικής χώρας τη φροντίδα να τις απαριθμήσουν.

Ευχαριστώ για άλλη μία φορά τους Γιουγκοσλάβους φίλους μου που μού έδωσαν της ευκαιρία να εκφραστώ. 

HENRI LEFEBVRE, 1984

_______________________________________


[7] Σ.τ.Μ: Κυρίως αναφέρεται εδώ στο βιβλίο που έγραψε το 1957 Για να γνωρίσουμε τη σκέψη του Λένιν [Pour connaître la pensée de Lénine], σ.358, Παρίσι éditions Bordas, το οποίο μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες.


[8] Σ.τ.Μ: Αναφέρεται στη σχέση της διαλεκτικής με την τυπική λογική, κάτι που διαρκώς τον απασχολούσε. «Η σχέση ανάμεσα στη λογική και τη διαλεκτική δημιουργεί πρόβλημα. Ορισμένοι συχνά το λύνουν πηγαίνοντας προς έναν παν-λογισμό ή προς μία παν-διαλεκτικοποίηση δίχως καθορισμένο αντικείμενο. Η έννοια της διαφοράς τοποθετείται, εκτός και εάν καταδειχθεί το αντίθετο, στη ζεύξη της λογικής και της διαλεκτικής. Είναι αδύνατο σήμερα να εξαλείψεις τη λογική σαν τέτοια, αδύνατο να εκκενώσεις τη διαλεκτική. Δεν μπορούν να ξεχωριστούν περισσότερο απ' όσο η θεωρία και η πρακτική, η γνώση και η ιδεολογία» (Η επιβίωση του καπιταλισμού, 1973/2002, σελ. 11). Έτσι ο Λεφέβρ δεν «καταργεί» τη λογική. «Ούτε η γνώση ούτε η πράξη μπορούν να αποφύγουν τη λογική· μπορεί μάλιστα κανείς να διαμορφώσει μια λογική της δράσης, και κάθε στρατηγική έχει τη λογική της. Αλλά η λογική δεν αναιρεί τις αντιφάσεις. Δεν καταφέρνει να τις αφομοιώσει στη συνοχή του λόγου και της πράξης. Η μελέτη των αντιφάσεων δεν μπορεί να εξαλειφθεί, και η διαλεκτική, ως ανάλυση των αντιφάσεων και των συγκρούσεων, επανακτά πάντα την ισχύ της. Αυτό αφορά τόσο την ίδια τη διαλεκτική σκέψη όσο και το εργατικό κίνημα: όταν βρίσκονται σε άμυνα ενισχύονται ταυτόχρονα με τις δυνάμεις που τα καταπολεμούν. Είναι βέβαιο ότι η λογική προόδευσε, ότι κέρδισε μάχες και ότι στον τομέα αυτόν σημειώθηκαν καινοτομίες, ενώ η διαλεκτική οπισθοχώρησε προς τη ρητορική και τη σοφιστεία. Ωστόσο σήμερα, ο μεγάλος μαθηματικός Ρενέ Τομ (θεωρία των καταστροφών) εντάσσεται στην ηρακλείτεια και άρα διαλεκτική παράδοση...» (Μια σκέψη...ελλ.εκδ. σ.71). Ερευνά τη σχέση αυτή ήδη από τα πρώτα έργα του (Διαλεκτικός υλισμός, 1939) κι ιδίως στα Το άθροισμα και το υπόλοιπο (1959), Μία σκέψη που έγινε κόσμος (1980), Η επιστροφή της διαλεκτικής-Δώδεκα λέξεις-κλειδιά για τον σύγχρονο κόσμο (1986), αναζητώντας τη δυνατότητα μιάς διαλεκτικής λογικής.


[9] Σ.τ.Μ: Η αναφορά γίνεται στο ρεύμα της Θεσμικής Ανάλυσης (Analyse Institutionelle) με το οποίο ο Λεφέβρ συμπορεύτηκε κριτικά για ένα διάστημα. μεταξύ 1970-1975. Κυριότερος εκρόσωπός του ήταν ο René Loureau.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου