Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πραγμοποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πραγμοποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

J. Martineau - Παρατηρήσεις για τις χρονικές σχέσεις στην προκαπιταλιστική κοινωνία



Παρατηρήσεις για τις χρονικές σχέσεις στην προκαπιταλιστική κοινωνία

Πηγή: Jonathan Martineau - Time, Capitalism and Alienation σ. 103-7
Μετάφραση: Μαχόμενος Υλισμός


Πριν προχωρήσουμε σε μία βαθύτερη εξέταση της διάδρασης μεταξύ καπιταλισμού και χρόνου στο επόμενο κεφάλαιο, μπορούν να γίνουν κάποιες συνθετικές παρατηρήσεις για τις προκαπιταλιστικές σχέσεις όσον αφορά τον κοινωνικό χρόνο. Για το ζήτημα της αλλοτρίωσης του χρόνου, υπήρχαν περιπτώσεις στις φεουδαρχικές κοινωνίες όπου ο χρόνος των εργασιακών πρακτικών έμοιαζε ως αλλοτριωμένος σ’ ένα βαθμό. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αξιωθεί πως η εργασία των μοναχών στα μοναστήρια, τα οποία σχημάτιζαν όχι μόνο θρησκευτικές κοινότητες, αλλά και εργασιακές μονάδες, αποτελούσε αλλοτριωμένο χρόνο. Παρ’ όλα αυτά οι σχέσεις κοινωνικού χρόνου που κυριαρχούσαν σε μια τέτοια διαδικασία σε εκείνη την περίπτωση ήταν ενός διαφορετικού τύπου. Αυτός που την ιδιοποιούνταν ήταν η κοινότητα, με τη μορφή των ίδιων των μοναστηριών, ή της εκκλησίας γενικά. Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε πως οι εργασιακές πρακτικές των μοναχών ανήκαν στην “κοινότητα”, ενώ στους ίδιους τους δρώντες έμοιαζε να είναι χρόνος που διατίθεται για το θεό. Αλλά είναι σημαντικό εδώ να τονίσουμε πως ο χρόνος της εργασίας καθ’ αυτός δεν είναι αλλοτριωμένος σε αυτό το πλαίσιο. Ενώ η εργασία εκτελείται με μία χρονική σειρά που χαρακτηρίζεται από χρονική πειθαρχία, δεν υπάρχει συγχώνευση μεταξύ ιδιοποίησης και χρόνου: η μεταφορά πλεονάσματος από τους παραγωγούς σε αυτούς που το ιδιοποιούνται δε βασίζεται σε μετρήσεις του αφηρημένου χρόνου. Ως τέτοια, φαίνεται πως η χρονική κυριαρχία δε συνεπάγεται χρονική αλλοτρίωση σε αυτό το πλαίσιο. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για τη νομική κωδικοποίηση του χρόνου των εργασιών από τις φεουδαρχικές αυλές στις υπαίθριες καλλιέργειες.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η μισθωτή εργασία στα ευρωπαϊκά αστικά παραγωγικά κέντρα. Αυτό που ο Le Goff αποκαλεί “νέο χρόνο” ήταν κυριαρχούμενος χρόνος, όπως φαίνεται από το γεγονός πως ο χρόνος ρυθμιζόταν με σκοπό να υπαχθεί στον τομέα των εμπορικών πρακτικών. Δεν είναι τυχαίο πως οι πρώτες κοινωνικές χρήσεις των ρολογιών έγιναν υπό ένα εργασιακό πλαίσιο. Στην πραγματικότητα, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Thompson, η “πρόσληψη πραγματικών χεριών” στις παραγωγικές πρακτικές σηματοδοτεί ένα κρίσιμο άλμα στην ανάδυση της χρονικής αλλοτρίωσης των εργασιακών πρακτικών. Αλλά κρίσιμο στο προκαπιταλιστικό πλαίσιο είναι το ότι η ίδια η εργασιακή διαδικασία δεν είναι υπό τον έλεγχο των εργοδοτών και αυτών που την ιδιοποιούνται. Οι εργάτες και οι παραγωγοί παραμένουν κυρίαρχοι των συγκεκριμένων χρόνων των εργασιακών τους δραστηριοτήτων, χρόνων εργασίας της οποίας η υφή, ουσία και γνώση κληρονομήθηκαν από την παράδοση. Και ενώ η ωρολογιακή μέτρηση της διάρκειας της εργασίας συνεπάγεται μια ιδιαίτερα έντονη και σκληρή μορφή χρονικής κυριαρχίας, δεν υπάρχει συστηματική ή πλήρης χρονική αλλοτρίωση. Η μετριασμένη διάσταση αυτή βασίζεται στο γεγονός του ότι οι αφηρημένες ωρολογιακές μονάδες περικλείουν και κυριαρχούν επί της διάρκειας της εργασίας, όμως δεν αλλοτριώνουν τους συγκεκριμένους χρόνους της εργασιακής διαδικασίας — περισσότερα πάνω σ’ αυτό ακολουθούν παρακάτω.

Για να χρησιμοποιήσουμε της κατηγορίες του Le Goff άλλη μια φορά, ο εκκλησιαστικός και ο εμπορικός χρόνος εμφάνιζαν τότε χαρακτηριστικά χρονικής κυριαρχίας. Αλλά αυτοί οι τρόποι (modes) χρονικότητας είχαν την τάση να δομούν τον επίσημο χρόνο ως κάτι που δεν ανήκε ευθέως στους εργαζόμενους ή τους πιστούς, είτε ο χρόνος αντιλαμβανόταν και ασκούνταν σαν να ανήκε στο θεό, τους εργοδότες ή τη λογική των εμπορικών αγορών. Ωστόσο, αυτή η μορφή χρονικής κυριαρχίας δε διαπέρασε, ούτε αλλοτρίωσε την ουσία των συγκεκριμένων χρονικοτήτων που αφορούσαν τις παραγωγικές πρακτικές. Οπότε, στις φεουδαρχικές κοινωνίες βλέπουμε πως οι άνθρωποι υποβάλλονταν σε χρονική κυριαρχία, αλλά είναι δύσκολο να γίνει λόγος για πραγματική, πλήρως ανεπτυγμένη χρονική αλλοτρίωση ως θεμελιώδη λειτουργία αυτών των κοινωνιών. Η έρευνα πάνω στις λαϊκές πολιτιστικές μορφές της χρονικότητας και στο χρόνο του μεγαλύτερου μέρους των ευρωπαϊκών φεουδαρχικών εργασιακών πρακτικών έδειξε πως ο [ελεύθερος] χρόνος του λαού και ο χρόνος εργασίας στους αγρούς δεν ήταν αλλοτριωμένοι.

Ίσως είναι δελεαστικό να επιχειρηματολογήσουμε πως ο χρόνος των εργασιακών πρακτικών ήταν αλλοτριωμένος στις φεουδαρχικές σχέσεις του κοινωνικού χρόνου καθώς η εργασία ήταν αλλοτριωμένη, αλλά αυτό θα σήμαινε πως θα οδηγούμασταν σε μια λανθασμένη παράκαμψη. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αξιωθεί πως ο χρόνος που “δαπανιόταν” για εργασία για το φεουδάρχη ήταν αλλοτριωμένος χρόνος. Από αυτή τη σκοπιά, ο χρόνος που αφιερωνόταν για την παραγωγή του πλεονάσματος προς ιδιοποίηση, ή πρακτικές όπως αυτή του συστήματος των corvées [μορφή απλήρωτης εργασίας, ΣτΜ], μπορούν να ειδωθούν ως παραδείγματα αλλοτριωμένου χρόνου στις σχέσεις του φεουδαρχικού κοινωνικού χρόνου. Ωστόσο, αυτό θα σήμαινε την προβολή των οργάνων μέτρησης της βιομηχανικής καπιταλιστικής εργασίας στη φεουδαρχική κοινωνική εργασία. Πράγματι, η “εργασία” και ο “χρόνος” δεν είναι συγχωνευμένα στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες με τον ίδιο τρόπο που είναι στον καπιταλισμό. Ο “χρόνος” με τον οποίο θα μετρούσαμε τη φεουδαρχική εργασία είναι μάλλον μια μορφή αλλοτριωμένου χρόνου που ανήκει στις καπιταλιστικές κοινωνικές-ιδιοκτησιακές σχέσεις. Η καπιταλιστική αξία, με τον αντίστοιχο χρόνο εργασίας ως δομική μονάδα, δεν επικρατούσε στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες. Συνεπώς, θα ήταν χρονοκεντρικό να θεωρήσουμε τις σχέσεις φεουδαρχικού κοινωνικού χρόνου υπό το πρίσμα των αντίστοιχων κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό.

Φαίνεται επομένως, πως ο χρόνος των χωρικών και των λαϊκών μαζών, ο “διαδικαστικός συγκεκριμένος χρόνος”, δεν ήταν αλλοτριωμένος χρόνος. Παρόλο που δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η εργασία ήταν αλλοτριωμένη, δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο ότι ο χρόνος των εργασιακών πρακτικών ήταν κι αυτός αλλοτριωμένος. Αφενός, οι προκαπιταλιστικές εργασιακές πρακτικές δεν ήταν κενές από πλευράς κοινωνικής αλληλεπίδρασης, αυτού που σήμερα αποκαλείται “ελεύθερος χρόνος”, με συγκεκριμένα περιεχόμενα κοινοτικών, οικογενειακών και φιλικών αλληλεπιδράσεων και δραστηριοτήτων που περιλάμβαναν ύπνο, ξεκούραση, κατανάλωση ποτών, διήγηση ιστοριών κλπ.. Αφετέρου, και σχετικό μ’ αυτό, η ίδια η εργασιακή διαδικασία δεν ελεγχόταν από αυτούς που την ιδιοποιούνταν. Έχοντας πρόσβαση στα μέσα παραγωγής, οι χωρικοί της μεσαιωνικής Ευρώπης δεν ήταν υπό εκμετάλλευση από καθαρά “οικονομικά” μέσα, αλλά μάλλον από ένα μηχανισμό στρατιωτικών, πολιτικών, νομικών και θρησκευτικών μέσων. Με άλλα λόγια, η ιδιοποίηση συνέβαινε μετά το γεγονός, μετά από την ίδια την παραγωγή του πλεονάσματος. Η στιγμή της ιδιοποίησης δεν αντιστοιχούσε στη στιγμή της παραγωγής, η ιδιοποίηση δεν ήταν “οικονομική” όπως θα γινόταν στον καπιταλισμό. Η ίδια η παραγωγική διαδικασία, και ο χρόνος των εργασιακών πρακτικών παρέμειναν, σε σημαντικό βαθμό, υπόθεση του χωρικού ή του μάστορα. [1] Η εργασιακή διαδικασία βασιζόταν σ’ ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο καθηκόντων και σε κοινωνικά διαμεσολαβημένες διαδικασίες της φύσης, όπως εκφράζεται, για παράδειγμα, στις πολιτιστικές μορφές του γκροτέσκου ρεαλισμού. Αυτό δε σημαίνει πως η εργασία η ίδια δεν ήταν αλλοτριωμένη: πράγματι ήταν. Αλλά η εργασία και ο αλλοτριωμένος χρόνος δεν ήταν συγχωνευμένοι, όπως θα συνέβαινε στον καπιταλισμό.

Ένας καλός τρόπο για να διευκρινίσουμε τη διαφορά μεταξύ φεουδαρχικού και καπιταλιστικού χρόνου είναι να εξετάσουμε το χρόνο της μεταβατικής φάσης: τον αγροτικό καπιταλισμό. Ο αγροτικός καπιταλισμός, ως μεταβατική φάση μεταξύ φεουδαρχίας και καπιταλισμού, δεν ανταποκρινόταν στα ίδια κριτήρια χρονικότητας όπως ο βιομηχανικός καπιταλισμός, μία πλήρως ανεπτυγμένη μορφή του καπιταλισμού. [2] Η χρονικότητα του αγροτικού καπιταλισμού, απ’ όσα μας επιτρέπουν τα ιστορικά αρχεία να εικάσουμε, λειτουργούσε με έναν τρόπο που ήταν ακόμη πολύ πιο κοντά στο διαδικαστικό συγκεκριμένο χρόνο.[3] Η κύρια διαφορά που εισήγαγε ο αγροτικός καπιταλισμός ήταν η “απελευθέρωση” του εργάτη από τα μέσα παραγωγής του/της, αναγκάζοντάς τον/την να πουλήσει την εργατική του/της δύναμη στην αγορά εργασίας, και το γεγονός του ότι οι ενοικιαστές αγρότες με αυξανόμενους ρυθμούς πήραν τον έλεγχο της παραγωγής. Τέτοιες διαδικασίες αναδύθηκαν στον αγροτικό καπιταλισμό, και αργότερα θα γίνονταν κύριο τρόπο μέσω των οποίων η κοινωνική εργασία θα δομούνταν κάτω από το βιομηχανικό καπιταλισμό. Η αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις θα άνοιγε το δρόμο για αυξανόμενα άμεσο έλεγχο πάνω στην εργασιακή διαδικασία από την τάξη αυτών που την ιδιοποιούνται, ο οποίος έλεγχος θα κορυφωνόταν στο βιομηχανικό καπιταλισμό για να μην αναφέρουμε τις καπιταλιστικές μορφές ελέγχου της εργασιακής διαδικασίας όπως ο φορντισμός και ο ταιηλορισμός. Η αλλοτρίωση και η πραγμοποίηση των χρονικοτήτων θα ξετυλίγονταν με την εκβιομηχάνιση, ως καπιταλιστική αξία, ο εκμηχανισμός, ο τεχνικός καταμερισμό της εργασίας, η διεύθυνση και πειθάρχηση της εργασίας από τους εργοδότες, και η παραγωγή υπεραξίας θα γίνονταν οι κινητήριες δυνάμεις της καπιταλιστικής κοινωνίας. Για να κάνουμε τη υπόθεση ξεκάθαρη: ενώ ο αγροτικός καπιταλισμός είναι η μεταβατική φάση ανάμεσα στις φεουδαρχικές και καπιταλιστικές σχέσεις, η εξάπλωση του ωρολογιακού χρόνου στη μεσαιωνική και την πρώιμη σύγχρονη Ευρώπη, και πιο συγκεκριμένα στην Αγγλία, είναι η μεταβατική φάση που θα οδηγήσει στη συγχώνευση της αλλοτριωμένης εργασίας και του αφηρημένου χρόνου∙ είναι η μεταβατική φάση στην μπαίνουν οι βάσεις της χρονικής υποδομής του αλλοτριωμένου καπιταλιστικού χρόνου. Η καπιταλιστική αξία καταλαμβάνει την υποδομή του ωρολογιακού χρόνου όταν οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις γίνονται κυρίαρχες.





[1] Hilton1985b, Rifkin 1987 σ.104-5

[2] Αν και θα πρέπει να επισημάνουμε, πως στην ιδεολογία της “βελτίωσης”, η οποία είναι κοινωνικό προϊόν του αγροτικού πληθυσμού, ότι η ιδέα της “παραγωγικότητας”, της αύξησης της απόδοσης σε λιγότερο χρόνο και χώρο, είναι ήδη σε λειτουργία, προεικονίζοντας την ιδεολογία της αύξησης της “παραγωγικότητας” της εργασίας, η οποία συνδέεται με τη χρονική αλλοτρίωση στον καπιταλισμό.

[3] Αυτό δεν αποσκοπεί να αναπαράγει τη διάκριση μεταξύ μιας “αρχαϊκής” σχέσης με το χρόνο στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, ο οποίος θα ήταν πιο “φυσικός” σε σχέση με το σύγχρονο ή καπιταλιστικό χρόνο. Η σχέση κάποιων “αρχαϊκών πολιτισμών” με το χρόνο ήταν, σε πολλά επίπεδα, πλουσιότερη, πιο σύνθετη και εκλεπτυσμένη από αυτή στον καπιταλισμό. Η σχέση με τη φύση είναι πάντα κοινωνικά διαμεσολαβημένη, και μια ρύθμιση με βάση τις εποχές δε σημαίνει μια λιγότερο προηγμένη σχέση με το χρόνο σε σύγκριση με την καταστολή της εποχιακής χρονικότητας μέσω πρακτικών όπως η θέρμανση, ο κλιματισμός, η γενετική τροποποίηση των φυτών κ.α. “Πιο κοντά στον διαδικαστικό συγκεκριμένο χρόνο” εδώ απλώς σημαίνει πως οι εποχιακοί κύκλοι είναι κοινωνικά σχετική στις εργασιακές πρακτικές, και όχι πως η σχέση με το χρόνο στο αγροτικό καπιταλιστικό κοινωνικό πλαίσιο ήταν λιγότερη εξελιγμένη, “ουσιαστική” ή “ορθολογική”. Οι σχετικές με τη γεωργία, χρονικές πρακτικές δεν είναι “φυσικές”∙ η “γεωργία” όπως τη γνωρίζουμε είναι το αποτέλεσμα χιλιάδων ετών πρακτικών εξημέρωσης, εκτροφής και συνεχών και ασυνεχών εξελίξεων στις αγροτικές πρακτικές που είναι ενσωματωμένες στις κοινωνικές σχέσεις.

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

Fredric Jameson - Η πολιτιστική πραγμοποίηση καί το μεταμοντέρνο ως «ανακούφιση»


MagrittePipe.jpg


Ολ’ αυτά φωτίζονται πολύ διαφορετικά υπό το πρίσμα της συγχρονικότητας: η αίσθηση του μοντέρνου που έχουν οι μεταμοντέρνοι άνθρωποι θα μας λέει πλέον περισσότερα για το ίδιο το μεταμοντέρνο απ'ότι για το σύστημα το όποιο ανέτρεψε για να πάρει τη θέση του. Ωστόσο, εάν ο μοντερνισμός αντιλαμβάνεται εαυτόν ως μεγάλη επανάσταση στο πεδίο της πολιτιστικής παραγωγής, το μεταμοντέρνο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ανανέωση της παραγωγής καθ’ εαυτής μετά από δεκαετίες σκλήρυνσης μέσα στη σκο­τεινιά νεκρών μνημείων. [..]

Ένας άλλος ορισμός της πραγμοποίησης, πού έχει παίξει σημαντικό ρόλο τα τελευταία χρόνια, είναι η «εξάλειψη του ίχνους της παραγωγής» από το ίδιο το αντικείμενο ως παραγόμενο εμπόρευμα. Πρόκειται για την οπτική γωνία του καταναλωτή στο όλο ζήτημα: υποδηλώνει την ιδιαίτερη εκείνη ενοχή από την οποία απαλλάσσονται οι άνθρωποι όταν δεν μπορουν πλέον να φέρουν στη μνήμη τους την εργασία που ενσωματώθηκε στα παιχνί­δια ή τα επιπλά τους. Και πράγματι, όλος ο αντικείμενος κόσμος γύρω μας, οι τοίχοι μας και το προστατευτικό πλέγμα των αποστάσεων και της σχετι­κής σιωπής άλλο σκοπό δεν έχουν από το να μας κάνουν να ξεχάσουμε για λίγο εκείνους τους αναρίθμητους άλλους· τι δουλειά έχεις να σκέφτεσαι τις γυναίκες του Τρίτου Κόσμου κάθε φορά που βάζεις μπρός το πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου, ή να φέρνεις στο μυαλό σου όλους εκείνους των χαμηλών κοινωνικών τάξεων με τις στερημένες ζωές τους την ώρα που αποφασίζεις να καταναλώσεις ή να χρησιμοποιήσεις τα όσα άλλα προϊόντα πολυτελείας τυχόν διαθέτεις; Θα ’ταν σαν ξένες φωνές, βουητό στο κεφάλι σου και, εδώ που τα λέμε, θα παραβιαζόταν ο εσώτερος χώρος της ιδιωτι­κής σου ζωής, προέκταση του σώματός σου. 

Οπότε για μια κοινωνία που θέλει να λησμονήσει τα περί τάξεων, η πραγμοποίηση στην καταναλωτική αυτή παραλλαγή της είναι όντως πολύ λειτουργική* ο καταναλωτισμός ως κουλτούρα ενέχει, βεβαίως, πολύ περισσότερα από αυτή την «έξάλειψη», η οποία, όμως, δεν παύει να συνιστά την απαραίτητη προϋπόθεση όλων των υπολοίπων. Η πραγμοποίηση της ίδιας της κουλτούρας είναι, προφανώς, ζήτημα κάπως διαφορετικής τάξεως, εφ’ όσον τα αντίστοιχα προϊόντα είναι «ενυπόγραφα»· καί οταν καταναλώνουμε κουλτούρα, δέν έχουμε καμία ανάγκη, ούτε καν διάθεση, να ξεχάσουμε τον ανθρώπινο παραγωγό Τ.Σ. Έλιοτ ή Μάργκαρετ Μίτσελ ή Τοσκανίνι ή Τζακ Μπέννυ ή ακόμα Σαμ Γκολντγουιν ή Σεσίλ ντε Μιλ. Η πραγμοποίηση στην οποία θα ήθελα να επιμείνω, σε σχέση με τον κόσμο αυτό των πολιτιστικών προϊόντων, είναι ο παράγοντας που γεννά τον ριζικό διαχωρισμό μεταξύ καταναλωτών και παραγωγών. Ο όρος ειδίκευση είναι πολύ αδύναμος και ελάχιστα διαλε­κτικός προκειμένου να καταδηλώσει τον παράγοντα αυτόν· παίζει, όμως, σημαίνοντα ρόλο στην καλλιέργεια και τη διαιώνιση της βαθιάς πεποίθησης του καταναλωτή ότι η παραγωγή του εν λόγω προϊόντος —η οποία αποδίδεται βεβαίως σε. ανθρώπινα όντα— ξεπερνάει, παρ’ ολ’ αυτά, τα όρια της φαντασίας του καθενός μας· στη διαδικασία της παραγωγής αυτής ο κατα­ ναλωτής ή χρήστης ουδόλως μετέχει κοινωνικά. 

Από αυτή την άποψη έχουμε κάτι σαν την εντύπωση που δημιουργούν οι διανοούμενοι και το έργο τους σε μη διανοουμένους ή στα μέλη των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων: τους βλέπεις επί το έργον και δεν μοιάζει και τόσο δύσκολο, πλην όμως, όσο ειλικρινά και αν προσπαθήσεις, δεν αντιλαμβάνεσαι περί τίνος ακριβώς πρόκειται, δεν καταλαβαίνεις το λόγο για τον οποίο οι άνθρωποι αυτοί κάθονται και κάνουν αυτό που κάνουν, άσε που ποτέ δεν είσαι σίγουρος ότι έχεις συλλάβει σωστά αυτό που κάνουν. Κλασική περίπτωση γκραμσιανής υποτέλειας: βαθύ αίσθημα κατωτερότητας αντίκρυ στο άλλο του πολιτισμού, του οποίου δευτερογενείς παρενέργειες συνιστούν οι εκρήξεις οργής ή αντιδιανοουμενισμού, η εργατιστική περιφρόνηση ή ο φαλλοκρατισμός τύπου μάτσο, αντιδράσεις που μεταφέρονται στον διανοούμενο, ξεκι­νώντας όμως πρωτίστως από την κατωτερότητα του καθενός. Η πρότασή μου είναι ότι αυτό που σήμερα αισθανόμαστε γενικότερα απέναντι στην κουλτούρα είναι ένα είδος τέτοιας ακριβώς υποτέλειας — εδώ και κάμποσα χρόνια, ο Γκούντερ Άντερς, σε κάπως διαφορετικό πλαίσιο, το αποκάλεσε προμηθεϊκή αιδώ, προμηθεϊκό σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στη μηχανή.

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Wallace Shawn - Ο Πυρετός



Μιά μέρα ένα ανώνυμο δώρο βρέθηκε στο κατώφλι μου-ο πρώτος τόμος από το Κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ, σε μιά καφέ χαρτοσακούλα. Ήταν κάποιο αστείο; Ήταν σοβαρό; Καί ποιός το είχε στείλει; Αυτό, δεν το ανακάλυψα ποτέ. Αργά εκείνο το βράδυ, γυμνός στο κρεβάτι, το ξεφύλισα. Η αρχή ήταν δυσνόητη, δεν μπορούσα να το καταλάβω, αλλά όταν έφτασα στο κομμάτι για τις ζωές των εργατών -τους μεταλλωρύχους, τα παιδιά εργάτες- ξαφνικά ένιωσα τον εαυτό μου να αναπνέει πιο αργά. Πόσο θυμωμένος ήταν. Σε κάθε σελίδα, ξανά και ξανά. Τότε επέστρεψα σ'ένα προηγούμενο κομμάτι, καί διάβασα μια φράση που δεν είχα ξανακούσει πριν, μιά περίεργη, ανησυχητική, κάπως άσχημη φράση: αυτό ήταν το κεφάλαιο για το "φετιχισμό του εμπορεύματος". Ήθελα να κατανοήσω αυτή τη φράση που αντηχούσε τόσο περίεργα, αλλά μπορούσα να καταλάβω, πως για να την κατανοήσεις, όλη σου η ζωή θα έπρεπε μάλλον να αλλάξει.



Η εξήγηση του ήταν πολύ περίπλοκη. Χρησιμοποιούσε ως παράδειγμα τη φράση "Είκοσι γιάρδες λινό αξίζουν δύο λίρες." Οι άνθρωποι λένε πως κάθε πράγμα έχει μια συγκεκριμένη αξία. Εκείνο αξίζει τόσο. Αυτό το παλτό, αυτό το πουλόβερ, αυτή η κούπα καφέ: κάθε τι αξίζει όσο κάποια ποσότητα χρημάτων, ή κάποιο πλήθος άλλων πραγμάτων -ένα παλτό όσο τρία πουλόβερ, ή τόσα χρήματα αντίστοιχα- λες και αυτό το παλτό, που εμφανίστηκε ξαφνικά στη γη, περιείχε κάπου εντός του ένα ποσό αξίας, σαν μια εσωτερική ψυχή, σαν το παλτό να ήταν κάποιο φετίχ, ένα φυσικό αντικείμενο που περιέχει μια ζωντανή ψυχή. Αλλά τι καθορίζει πραγματικά την αξία του παλτού; Η αξία του προέρχεται από την ιστορία του, την ιστορία όλων των ανθρώπων που συμμετείχαν στην παραγωγή κι την πώλησή του και όλες τις συγκεκριμένες σχέσεις που αυτοί είχαν μεταξύ τους. Κι αν αγοράσουμε το παλτό, κι εμείς σχηματίζουμε σχέσεις με όλους αυτούς τους ανθρώπους, καί παρ' όλα αυτά κρύβουμε αυτές τις σχέσεις απο την ίδια μας τη συναίσθηση, υποκρινόμενοι πως ζούμε σ'έναν κόσμο που τα παλτό δεν έχουν ιστορία αλλά απλώς πέφτουν από τον παράδεισο με τις τιμές σημειωμένες μέσα τους. "Μου αρέσει αυτό το παλτό", λέμε, "Δεν είναι ακριβό", λες κι αυτό είναι ένα στοιχείο για το παλτό κι όχι το τέλος μιάς ιστορίας για όλους τους ανθρώπους που το έφτιαξαν και το πούλησαν, "Μου αρέσουν οι εικόνες σ'αυτό το περιοδικό."

Μιά γυμνή γυναίκα σκύβει πάνω από ένα φράχτη. Ένας άνδρας αγοράζει ένα περιοδικό καί κοιτάει την εικόνα της. Οι μοίρες αυτών των δύο είναι συνδεδεμένες. Ο άνδρας έχει πληρώσει τη γυναίκα για να βγάλει τα ρούχα της και να γείρει πάνω απο το φράχτη. Η φωτογραφία περιλαμβάνει την ιστορία της -της στιγμής που η γυναίκα ξεκούμπωσε το πουκάμισό της, το πως ένιωσε, το τι είπε ο φωτογράφος. Η τιμή του περιοδικού είναι ένας κώδικας που περιγράφει τις σχέσεις μεταξύ όλων αυτών των ανθρώπων -της γυναίκας, του άνδρα, του εκδότη, του φωτογράφου- ποιός έδωσε τις εντολές, ποιός τις υπάκουσε. Η κούπα του καφέ εμπεριέχει την ιστορία των χωρικών που μάζεψαν τους καρπούς, πως κάποιοι απ'αυτούς λιποθύμησαν από τη ζέστη του ήλιου, πως κάποιους τους ξυλοκόπησαν και κάποιους τους κλώτσησαν.