Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Guattari. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Guattari. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Gilles Deleuze, Felix Guattari - Τι είναι έννοια; (2ο μέρος)


Το πρώτο μέρος  εδώ.

Τελικά, η έννοια δεν έχει λογική αλληλουχία, και η φιλοσοφία δεν είναι μάθηση με λογική αλληλουχία, αφού δεν συναρμόζει προτάσεις. Η σύγχυση έννοιας και πρότασης είναι που μας κάνει να πιστεύουμε στην ύπαρξη των επιστημονικών εννοιών και που εκλαμβάνει την πρόταση ως πραγματική «ένταση» (αυτό που η φράση εκφράζει)· επομένως, η φιλοσοφική έννοια πολύ συχνά δεν εμφανίζεται παρά σαν πρόταση στερούμενη νοήματος. Τούτη η σύγχυση είναι κυρίαρχη στην λογική και εξηγεί την παιδιάστικη αντίληψη που τρέφει εκείνη για τη φιλοσοφία. Οι έννοιες μετρούνται στα μέτρα μιας «φιλοσοφικής» γραμματικής, η οποία τις αντικαθιστά με προτάσεις που εξάγονται από τις φράσεις στις οποίες εμφανίζονται εκείνες· [οι υπέρμαχοι της προτασιακής λογικής] μας φυλακίζουν ασταμάτητα μέσα σε εναλλακτικές λύσεις μεταξύ προτάσεων, χωρίς να βλέπουν ότι η έννοια έχει ήδη περάσει στο αποκλειόμενο τρίτο. Η έννοια δεν είναι επ’ ουδενί πρόταση, δεν είναι προτασιακή, ενώ η πρόταση δεν είναι ποτέ ένταση. Οι προτάσεις ορίζονται μέσω της αναφοράς τους, η δε αναφορά δεν αφορά το Συμβάν αλλά τη σχέση με την κατάσταση πραγμάτων ή σωμάτων καθώς και τους όρους αυτής της σχέσης. Μακράν του να αποτελούν ένταση, τούτοι οι όροι είναι όλοι τους εκτασιακοί – συνεπάγονται διαδοχικές πράξεις εντοπισμού σε σχέση με την τετμημένη, ή ευθυγράμμισης, (οι οποίες εισάγουν τις εντασιακές τεταγμένες σε χωροχρονικές και ενεργειακές συντεταγμένες) και αντιστοίχισης με τα κατ’ αυτόν τον τρόπο οριοθετημένα σύνολα. Αυτές οι διαδοχές και αυτές οι αντιστοιχίες είναι που ορίζουν την λογική αλληλουχία σε εκτασιακά συστήματα· και η ανεξαρτησία των μεταβλητών των προτάσεων αντιτίθεται στον αχώριστο χαρακτήρα των παραλλαγών μέσα στην έννοια. Οι έννοιες, οι οποίες έχουν μόνο συνέπεια και εντασιακές τεταγμένες έξω από συντεταγμένες, εισέρχονται ελεύθερα σε σχέσεις απήχησης που δεν έχουν λογική αλληλουχία, είτε γιατί οι συνιστώσες της μιας έννοιας γίνονται έννοιες που έχουν άλλες συνιστώσες, πάντοτε ετερογενείς, είτε γιατί δεν υπάρχει καμία διαφορά κλίμακας μεταξύ τους, σε οποιοδήποτε επίπεδο. Οι έννοιες είναι κέντρα δονήσεων, η κάθε μια καθ’ εαυτήν, και οι μεν σε σχέση με τις δε. Εξ’ ου και το ότι καθετί συνδέεται με το άλλο με σχέσεις απήχησης και όχι ακολουθίας ή αντιστοιχίας. Κανείς λόγος δεν υπάρχει να ακολουθεί [λογικά] η μια έννοια την άλλη. Ούτε, όμως, οι έννοιες, ως αποσπασματικές ολότητες, είναι κομμάτια ενός παζλ αφού τα ακανόνιστα περιγράμματά τους δεν συναρμόζονται τα μεν στα δε. Σχηματίζουν όντως έναν τοίχο, πρόκειται όμως για ξερολιθιά, όπου, έστω και αν το σύνολο είναι στερεωμένο, τούτο οφείλεται στο ότι το κάθε κομμάτι χωριστά στηρίζει το άλλο με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο. Ακόμη και οι γέφυρες, από την μια έννοια στην άλλη, είναι σταυροδρόμια ή παρακαμπτήριες που δεν περιχαράζουν κανένα σύνολο με λογική αλληλουχία. Πρόκειται για κινητές γέφυρες. Από αυτή την άποψη δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι η φιλοσοφία είναι εσαεί σε κατάσταση παρέκβασης ή παρεκβατικότητας.

Από εδώ πηγάζουν οι μεγάλες διαφορές ανάμεσα στη φιλοσοφική εκφορά των αποσπασματικών εννοιών και στην επιστημονική εκφορά των μερικών προτάσεων. Εκ πρώτης όψεως, κάθε εκφορά είναι εκφορά θέσης· παραμένει όμως πάντοτε εξωτερική ως προς την πρόταση, μιας και η τελευταία έχει για αντικείμενο μιαν κατάσταση πραγμάτων ως ανάφορο, και για συνθήκες τις αναφορές που αποτελούν τιμές αλήθειας (έστω και αν αυτές οι συνθήκες είναι από την πλευρά τους εσωτερικές στο αντικείμενο). Αντίθετα, η εκφορά της θέσης είναι αυστηρά εμμενής στην έννοια, εφ’ όσον η έννοια δεν έχει άλλο αντικείμενο από τον αχώριστον χαρακτήρα των συνιστωσών της, από τις οποίες περνά και ξαναπερνά, και αυτός ο αχώριστος χαρακτήρας αποτελεί την συνέπειά της. Όσο για την άλλη πλευρά, την εκφορά της δημιουργίας ή της υπογραφής, είναι βέβαιο πως οι επιστημονικές προτάσεις και τα σύστοιχά τους είναι υπογεγραμμένα ή δημιουργημένα εξ’ ίσου με τις φιλοσοφικές έννοιες· έτσι, μιλάμε για το Πυθαγόρειο θεώρημα, για τις καρτεσιανές συντεταγμένες, τον αριθμό του Χάμιλτον, την συνάρτηση του Λαγκράνζ, την πλατωνική Ιδέα ή το cogito του Ντεκάρτ κ.λπ. Ωστόσο αν και τα κύρια ονόματα, με τα οποία συνδέεται κατ’ αυτόν τον τρόπο η έννοια, είναι και ιστορικά και πιστοποιημένα ως τέτοια, είναι προσωπεία για άλλα γίγνεσθαι, χρησιμεύουν απλώς ως ψευδώνυμα για άλλες, πιο απόκρυφες, ενικές οντότητες· στην περίπτωση των προτάσεων, πρόκειται για εξωγενείς μερικούς παρατηρητές, επιστημονικά προσδιορίσιμους σε σχέση με τους τάδε ή τους δείνα άξονες αναφοράς, ενώ ως προς τις έννοιες πρόκειται για ενδογενή εννοιακά πρόσωπα που κατέχουν το τάδε ή το δείνα επίπεδο συνέπειας. Δεν θα πούμε μόνο ότι τα κύρια ονόματα έχουν πολύ διαφορετικές χρήσεις στις φιλοσοφίες, τις επιστήμες και τις τέχνες: το ίδιο ισχύει και για τα συντακτικά στοιχεία και κυρίως για τις προθέσεις, τους συνδέσμους, το «ή», το «άρα»… Η φιλοσοφία προχωρεί μέσω φράσεων, αλλά γενικά δεν εξάγουμε πάντοτε από προτάσεις τις φράσεις. Προς το παρόν διαθέτουμε μόνο μια γενικότατη υπόθεση: από τις φράσεις ή τα ισοδύναμά τους, η φιλοσοφία αρύεται έννοιες (που δεν πρέπει να συγχέονται με τις γενικές ή αφηρημένες ιδέες), η επιστήμη προτεινόμενα (προτάσεις που δεν πρέπει να συγχέονται με τις κρίσεις) και η τέχνη παραστατά και παθήματα (που δεν πρέπει να συγχέονται με αντιλήψεις ή συναισθήματα). Κάθε φορά, η γλώσσα υποβάλλεται σε ασύγκριτες δοκιμασίες και χρήσεις, οι οποίες ωστόσο δεν ορίζουν την διαφορά των κλάδων χωρίς επίσης να συγκροτούν τις ατελεύτητες διασταυρώσεις τους.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ Ι

Πρέπει, κατ’ αρχήν, να επικυρώσουμε τις προηγούμενες αναλύσεις παίρνοντας ως παράδειγμα μιαν από τις πιο γνωστές υπογεγραμμένες φιλοσοφικές έννοιες, έστω εκείνη του καρτεσιανού cogito, του Εγώ του Ντεκάρτ: μιαν έννοια του εγώ. Η έννοια αυτή έχει τρεις συνιστώσες: το αμφιβάλλειν, το σκέπτεσθαι, το Είναι (χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι κάθε έννοια είναι τριπλή). Η ολική εκφορά της έννοιας ως πολλαπλότητας είναι: σκέπτομαι άρα υπάρχω, ή πληρέστερα: εγώ που αμφιβάλλω, που σκέπτομαι, είμαι, είμαι ένα πράγμα που σκέπτεται. Πρόκειται για το μονίμως ανανεούμενο γεγονός της σκέψης, όπως το είδε ο Ντεκάρτ. Η έννοια συμπυκνώνεται στο σημείο Ε, το οποίο περνά από όλες τις συνιστώσες και όπου συμπίπτουν τα σημεία Ε' (αμφιβάλλω), Ε'' (σκέφτομαι), Ε''' (είμαι). Οι συνιστώσες διευθετούνται ως εντασιακές τεταγμένες στις ζώνες γειτονίας ή αδιακριτότητας που δημιουργούν περάσματα από την μια στην άλλη και αποτελούν τον αχώριστο χαρακτήρα τους: η πρώτη ζώνη βρίσκεται ανάμεσα στο σκέπτεσθαι και το αμφιβάλλειν (εγώ που αμφιβάλλω, δεν μπορώ να αμφιβάλλω ότι σκέπτομαι), ενώ η δεύτερη ανάμεσα στο σκέπτεσθαι και το Είναι (για να σκέπτεσαι πρέπει να είσαι). Οι συνιστώσες παρουσιάζονται εδώ ως ρήματα, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί κανόνα, αρκεί να πρόκειται για παραλλαγές. Στην πραγματικότητα, η αμφιβολία περιλαμβάνει στιγμές, οι οποίες δεν είναι τα είδη ενός γένους, αλλά οι φάσεις μιας παραλλαγής: αισσθητή, επιστημονική, έμμονη αμφιβολία. (Κάθε έννοια έχει επομένως ένα χώρο φάσεων, αν και με διαφορετικό τρόπο από ό,τι στην επιστήμη). Το ίδιο ισχύει και για τους τρόπους της σκέψης: το να αισθάνεσαι, το να φαντάζεσαι, το να έχεις ιδέες. Το ίδιο και για τους τύπους του Είναι, του πράγματος ή της ουσίας: το άπειρο Είναι, το πεπερασμένο σκεπτόμενο Είναι, το εκτεταμένο Είναι. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί πως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η έννοια του εγώ δεν συγκρατεί παρά την δεύτερη φάση του Είναι, αφήνοντας απ' έξω το υπόλοιπο της παραλλαγής. Πρόκειται, όμως, ακριβώς για το σημάδι πως η έννοια περιχαρακώνεται ως αποσπασματική ολότητα, με το «είμαι κάτι που σκέπτεται»: περνάμε στις άλλες φάσεις του Είναι μόνο από σταυροδρόμια-γέφυρες που μας οδηγούν στις υπόλοιπες έννοιες. Έτσι, το «μεταξύ των ιδεών μου, έχω την ιδέα του απείρου» είναι η γέφυρα που οδηγεί από την έννοια του εγώ σε εκείνη του Θεού. Τούτη δε η νέα έννοια έχει η ίδια τρεις συνιστώσες που αποτελούν τις «αποδείξεις» για την ύπαρξη του Θεού ως απείρου συμβάντος. Η τρίτη (η οντολογική απόδειξη) εξασφαλίζει την περιχαράκωση της έννοιας αλλά και στήνει, με τη σειρά της, μια γέφυρα ή διακλαδίζεται προς μιαν έννοια έκτασης, στον βαθμό που εγγυάται την αντικειμενική τιμή αλήθειας των υπολοίπων σαφών και διακριτών εννοιών. (Σχέδιο 1)
 'Οταν ρωτάμε αν υπάρχουν προάγγελοι του cogito, ουσιαστικά θέλουμε να ρωτήσουμε το έξης: υπάρχουν άραγε έννοιες με την υπογραφή προγενεστέρων φιλοσόφων, που να έχουν όμοιες ή σχεδόν τις ίδιες συνιστώσες, από τις οποίες ωστόσο κάποια λείπει, ή πάλι έννοιες που να προσθέτουν και άλλες συνιστώσες, έτσι ώστε να μην μπορεί να αποκρυσταλλωθεί ένα cogito, εφ' όσον οι συνιστώσες δεν συμπίπτουν ακόμη, μέσα σε ένα εγώ; Όλα έμοιαζαν έτοιμα, ωστόσο κάτι έλειπε. Ίσως η προηγούμενη έννοια να παρέπεμπε σε κάποιο άλλο πρόβλημα από εκείνο του cogito (χρειάζεται μια μεταλλαγή του προβλήματος, ώστε να εμφανιστεί το καρτεσιανό cogito) ή και να εκδιπλωνόταν πάνω σε ένα άλλο επίπεδο. Το καρτεσιανό επίπεδο συνίσταται στην απόρριψη κάθε ρητής αντικειμενικής προϋπόθεσης, όπου κάθε έννοια θα παρέπεμπε σε άλλες έννοιες (για παράδειγμα ο άνθρωπος ως «ζώον λόγον έχον»). Επικαλείται απλώς μια προφιλοσοφική κατανόηση, δηλαδή προϋποθέσεις υπόρρητες και υποκειμενικές: όλος ο κόσμος ξέρει τι πάει να πει σκέφτομαι, είμαι, εγώ (το ξέρουμε με το να το κάνουμε, να είμαστε ή να το λέμε). Πρόκειται για ολοκαίνουργια διάκριση. Αυτό το σχέδιο απαιτεί με την σειρά του μιαν αρχική έννοια που να μην προϋποθέτει τίποτε αντικειμενικό. Έτσι, το πρόβλημα είναι το εξης: ποιά είναι η πρώτη έννοια σε αυτό το επίπεδο, ποιό είναι το αρχικό τούτο σημείο που να μπορεί να καθορίζει την αλήθεια ως απόλυτα καθαρή υποκειμενική βεβαιότητα; Τέτοιο είναι το cogito. Οι υπόλοιπες έννοιες θα μπορέσουν να κατακτήσουν την αντικειμενικότητα, πλην όμως υπό τον όρο ότι θα συνδέονται με γέφυρες με την πρώτη έννοια, ότι θα απαντούν σε προβλήματα υποκείμενα στις ίδιες συνθήκες, και ότι θα μένουν στο ίδιο επίπεδο: αυτή θα είναι η αντικειμενικότητα, την οποία θα αποκτά η βέβαιη γνώση και όχι η αντικειμενικότητα η οποία υποθέτει μιαν αλήθεια αναγνωρισμένη ως προϋπάρχουσα ή ως ήδη εκεί.

 Είναι μάταιο να αναρωτιόμαστε αν ο Ντεκάρτ έχει δίκαιο ή άδικο. Άραγε κάποιες υποκειμενικές και υπόρρητες προϋποθέσεις έχουν μεγαλύτερη αξία από τις ρητές και αντικειμενικές προϋποθέσεις; Κατά πόσο είναι απαραίτητο «να αρχίζεις» και, αν ναι, άραγε πρέπει να αρχίζεις από τη σκοπιά μιας υποκειμενικής βεβαιότητας; Μπορεί άραγε η σκέψη ως σκέψη να είναι το ρήμα ενός Εγώ; Δεν υπάρχει άμεση απάντηση. Οι καρτεσιανές έννοιες δεν μπορούν να εκτιμηθούν παρά μόνο σε συνάρτηση με τα προβλήματα στα οποία απάντουν και με το επίπεδο πάνω στο οποίο συμβαίνουν. Γενικά, αν οι προηγούμενες έννοιες κατάφεραν να προετοιμάσουν μιαν έννοια χωρίς ώστοσο και να την συγκροτήσουν, τούτο μάλλον οφείλεται στο ότι το πρόβλημά τους ήταν ακόμη εγκλώβισμενο μέσα σε άλλα προβλήματα και δεν διέθεται την απαραίτητη καμπυλότητα ή τις απαραίτητες κινήσεις. Κι αν μπορούν οι έννοιες να αντικατασταθούν από άλλες, αυτό συμβαίνει υπό τον όρο ότι έχουμε νέα προβλήματα και νέο επίπεδο, σε σχέση με τα οποία (για παράδειγμα) το «Εγώ» χάνει κάθε νόημα, η έναρξη κάθε αναγκαιότητα, οι προϋποθέσεις κάθε διαφορά - ή αποκτούν άλλες. Η έννοια έχει πάντοτε μιαν αλήθεια που της προσιδιάζει,σε συνάρτηση με τους όρους δημιουργίας της. Υπάρχει άραγε κάποιο επίπεδο καλύτερο από όλα τα άλλα, και προβλήματα που να επιβάλλονται στα υπόλοιπα; Το θέμα ακριβώς είναι ότι δεν μπορούμε να πούμε τίποτε επ' αυτού. Τα επίπεδα πρέπει να κατασκευάζονται, και τα προβλήματα να τίθενται, ακριβώς όπως και οι έννοιες πρέπει να δημιουργούνται. Μπορεί ο φιλόσοφος να ενεργεί προς το καλύτερο, όμως έχει πολλά να κάνει για να μάθει κατά πόσον αυτό είναι το καλύτερο ή να ενδιαφερθεί καν για αυτό το ζήτημα. Ασφαλώς και πρέπει οι νέες έννοιες να συσχετίζονται με προβλήματα που είναι τα δικά μας, με την δική μας ιστορία, και ειδικά με το δικό μας γίγνεσθαι. Τι σημαίνουν όμως οι έννοιες της εποχής μας ή οποιασδήποτε εποχής; Οι έννοιες δεν είναι αιώνιες, είναι όμως ως εκ τούτου πρόσκαιρες, εν χρόνω; Ποιά είναι η φιλοσοφική μορφή των προβλημάτων αυτού του καιρού, τούτου του χρόνου; Αν μια έννοια είναι «καλύτερη» από την προυγούμενη, τούτο μάλλον συμβαίνει επειδή αυτή μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε νέες μεταβολές και άγνωστες αντηχήσεις, επειδή επιτελεί ασυνήθιστες κατατμήσεις, προβάλει ένα Συμβάν που μας επισκοπεί. Κάτι τέτοιο όμως δεν έκανε και η προηγούμενη; Και αν σήμερα μπορεί κάποιος να παραμένει πλατωνικός, καρτεσιανός ή καντιανός, τούτο ωφείλεται στο ότι έχει το δικαίωμα να νομίζει πως οι δικές του έννοιες μπορούν να επανενεργοποιηθούν στα δικά μας προβλήματα και να εμπνεύσουν έννοιες που πρέπει να δημιουργηθούν. Και ποιός είναι τελικά ο καλύτερος τρόπος να ακολουθεί κανείς τους μεγάλους φιλόσοφους; Είναι, άραγε, να επαναλαμβάνει αυτά που είπαν, ή να κάνει ό,τι έκαναν εκείνοι, δηλαδή να δημιούργει τις έννοιες για προβλήματα, τα οποία κατ' ανάγκην αλλάζουν;

Για αυτόν τον λόγο ο φιλόσοφος ελάχιστα αρέσκεται να συζητά. Κάθε φιλόσοφος το σκάει όταν ακούει την φράση: θα συζητήσουμε λίγο.Μπορεί οι συζητήσεις να είναι καλές για τα στρογγυλά τραπέζια, αλλά ο φιλόσοφος πετά σε άλλο τραπέζι τα σημαδεμένα του ζάρια. Το λιγότερο που μπορείς να πεις για τις συζητήσεις είναι ότι δεν προάγουν τίποτε, εφ' όσον οι συνδιαλεγόμενοι δεν μιλούν ποτέ για το ίδιο πράγμα. Το ότι, λοιπόν, έχει κάποιος την τάδε γνώμη, και σκέφτεται περισσότερο το τάδε απ' ό,τι το δείνα,σε τι μπορεί, άραγε, αυτό να επηρεάσει την φιλοσοφία, εφ' όσον τα προβλήματα που διακυβεύονται δεν εκφράζονται; Ενώ όταν πάλι εκφράζονται, φαίνεται πως το θέμα δεν είναι να τα συζητήσουμε, αλλά να δημιουργήσουμε αδιαφιλονίκητες έννοιες για το πρόβλημα που θέσαμε. Η επικοινωνία έρχεται πάντοτε ή πολύ νωρίς ή πολύ αργά, ενώ η συνομιλία πάντοτε αργά, σε σχέση με την δημιουργία. Ορισμένες φορές τρέφουμε για την φιλοσοφία την ιδέα μιας αιώνιας συζήτησης ως «επικοινωνιακής ορθολογικότητας» ή ως «καθολικής δημοκρατικής συνομιλίας». Κάτι απόλυτα ανακριβές, αφού όταν ένας φιλόσοφος επικρίνει κάποιον άλλο, αυτό συμβαίνει επί τη βάσει προβλημάτων και πάνω σε ένα επίπεδο που δεν ήταν αυτά του άλλου και αυτά λιώνουν τις αρχαίες έννοιες με τον τρόπο που λιώνει κανείς ένα κανόνι για να φτιάξει νέα όπλα απ' αυτό. Δεν βρισκόμαστε ποτέ στο ίδιο επίπεδο. Να ασκείς κριτική σημαίνει απλώς να επιβεβαιώνεις πως, όταν μια έννοια βυθίζεται σε ένα νέο περιβάλλον, χάνεται, χάνει τις συνιστώσες της ή αποκτά άλλες που την μεταμορφώνουν. Όσοι, όμως, επικρίνουν χωρίς να δημιουργούν, όσοι αρκούνται στο να προασπίζονται την απωλεσθείσα έννοια χώρις να ξέρουν πως να της προσφέρουν τις δυνάμεις για να επανέλθει στη ζωή, τούτοι 'δω αποτελούν την μάστιγα της φιλοσοφίας. Εμφορούνται από μνησικακία, όλοι αυτοί οι θιασώτες του διαλόγου και της επικοινωνίας, δεν μιλούν παρά για τον εαυτό τους, όταν στρέφουν κούφιες γενικότητες την μια ενάντια στην άλλη.

Μετάφραση: Σταματίνα Μανδηλαρά


*Οι υπογραμμίσεις σε bold, είναι του ιστολογίου.

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Η Πρόκληση του Badiou


Η Πρόκληση του Badiou

Μετάφραση: Μαχόμενος Υλισμός

Η πρόκληση του Badiou, η δοκιμασία που θέτει ο Badiou σε κάθε είδος φιλοσοφίας, είναι πως οι κατηγορίες είναι τρεις. Όχι, περισσότερες από τρεις, αλλά όχι και λιγότερες από τρείς. Η πρόκληση του Badiou είναι πως υπάρχουν σώματα και γλώσσες, αλλά και αλήθειες.

Η πρόκληση διαπερνά το σύνολο του έργου του
Badiou. Μια ιδιαίτερα σαφής έκφραση αυτής υπάρχει στην αρχή του Οι Λογικές των Κόσμων, όπου ο Badiou διαχωρίζει ξεκάθαρα τους στοχαστές σε αυτούς των δύο κατηγοριών και αυτούς των τριών. Οι στοχαστές δυο κατηγοριών ισχυρίζονται πως υπάρχουν μόνο σώματα και κώδικες, μόνο δύο βασικές κατηγορίες ύπαρξης. Αυτά τα “σώματα και  γλώσσες” μπορεί να εμφανίζονται με οποιαδήποτε εναλλακτικά ονόματα. Μερικοί φιλόσοφοι μιλούν για αντικείμενα και σχέσεις, άλλοι για επέκταση και σκέψη. Κάποιοι ασχολούνται με την ύλη και το νου, ενώ άλλοι καταπιάνονται με πράγματα και πληροφορίες. Τα ονόματα δεν είναι τόσο σημαντικά όσο η δέσμευση που εμπεριέχουν, το ότι υπάρχουν μόνο δυο βασικά πράγματα στον κόσμο, μόνο πραγματικές οντότητες και οι γλώσσες μέσων των οποίων συσχετίζονται.

Ως στοχαστής τριών κατηγοριών, ο Badiou ισχυρίζεται πως υπάρχουν τρεις θεμελιώδεις κατηγορίες, μια τριάδα διαστάσεων και όχι απλώς ένας δυϊσμός. Γι’αυτό υπάρχουν όχι μόνο σώματα και γλώσσες, αλλά και αλήθειες. Όχι απλά αντικείμενα και σχέσεις, όμως και αλλαγή. Όχι μόνο ύλη και νους αλλά και γίγνεσθαι. Όχι μόνο πράγματα και πληροφορίες αλλά και διαδικασία.

(Δεν είναι τυχαίο πως οι φιλόσοφοι έχουν πεδία για τα δύο πρώτα –οντολογία και επιστημολογία – αλλά κανένα καλό όνομα για το τρίτο. Πράξη; Επανάσταση; Αλλαγή παραδείγματος; Θεωρία του υποκειμένου; Οι φιλόσοφοι συχνά εντοπίζουν το τρίτο πράγμα εντός της οντολογίας ή της επιστημολογίας. Έτσι, δεν είναι ασυνήθιστο να πεις πως το είναι και το γίγνεσθαι είναι και τα δυο οντολογικά ερωτήματα. Ή πως η διαδικασία είναι μια μορφή σχέσης, και ως εκ τούτου ένα επιστημολογικό ερώτημα. Αλλά για μια αναγνωρισμένη επιστήμη για το συμβάν, o Badiou χρειάζεται να παλέψει.)

Χρησιμοποιώντας μια κάπως ακατάλληλη ορολογία, ο Badiou ονομάζει το πρώτο στρατόπεδο "δημοκρατικό υλισμό" και το δεύτερο "διαλεκτικό υλισμό". Αν και αργότερα, στη Λογική των Κόσμων χρησιμοποιεί την έννοια του atone ("άτονο" ή "μονότονο") και tendu ("τεταμένο" ή "έντονο") για να σημάνει κάτι παρόμοιο. Με κουνικούς όρους οι δύο τρόποι λειτουργίας θα ονομάζονταν "κανονική επιστήμη" και "επαναστατική επιστήμη". Ή μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε όρους όπως "αδρανής/αδρανοποιητικός" για τον πρώτο, και "μετασχηματιστικός" για το δεύτερο.

“Υπάρχουν μόνο σώματα και γλώσσες, εκτός από το ότι υπάρχουν αλήθειες”. Για να είμαι ξεκάθαρος, οι τρείς κατηγορίες δεν είναι ισότιμες, και η σύζευξη υποδηλώνει περισσότερο εξαίρεση παρά συνέχεια ή ομοιότητα. Το να πεις «είναι και συμβάν» στην πραγματικότητα σημαίνει «υπάρχει είναι αλλά υπάρχουν και συμβάντα» ή «τα συμβάντα είναι εξαιρέσεις του είναι». Και δοθέντος χρόνου, πολλά περισσότερα θα μπορούσαν να ειπωθούν για τη ρητορική της εξαίρεσης που υπάρχει σ’αυτό το τμήμα και σε όλο το βιβλίο. (σελίδες 4, 6, 32, 45, 360, κ.α. )

Συνοψίζοντας, η Πρόκληση του Badiou σημαίνει πως είσαι κοντόφθαλμος αν διακρίνεις μόνο δύο κατηγορίες. Αν αυτό που λες είναι "σώματα και γλώσσες" και τίποτα άλλο, έχεις αποτύχει. Κάθε πραγματική φιλοσοφία πρέπει να αποτελείται από σώματα και γλώσσες, αλλά και αλήθειες/συμβάντα. (Επακόλουθο: είσαι επίσης άστοχος αν ισχυριστείς πως υπάρχει μόνο μια κατηγορία: τα πάντα είναι αντικείμενο, τα πάντα είναι νους, τα πάντα είναι φτιαγμένα από τυρί κλπ. Έτσι, ενώ ένα άλλο μέρος του έργου του Badiou στηρίζεται στην υπόθεση πως τα πάντα είναι σύνολα, θέλει επίσης να αρνηθεί πως αυτό συνιστά οντολογικό μονισμό.)

Το τελευταίο πράγμα που θα επισημάνω έχει να κάνει με την έννοια. Είμαι ένθερμος αναγνώστης του Badiou και πιστεύω πως το έργο του είναι ατελείωτα συναρπαστικό και σημαντικό. Και για τον οποιοδήποτε ενδιαφέρεται για το πολιτικό, ο Badiou είναι σίγουρα ο σημαντικότερος στοχαστής που έχει υπάρξει εδώ και αρκετό καιρό – λέω πολιτικό, καθώς το ηθικό είναι μια ολότελα διαφορετική ερώτηση. Την ίδια στιγμή υπάρχουν μερικά θεμελιώδη ζητήματα που μου είναι δύσκολο να δεχτώ. Κύριο ανάμεσά τους είναι η χρήση των μαθηματικών και η αρέσκεια του για τον ιδεαλισμό, δυο χαρακτηριστικά που είναι στενά συνδεδεμένα. Συχνά σκέφτομαι πως η βασική εκτίμηση του Marx για τον Hegel ισχύει και για τον Badiou, δηλαδή το ότι ο Badiou στέκεται με το κεφάλι κάτω και χρειάζεται να τον ξαναστήσουμε στα πόδια του. Με άλλα λόγια, χρειαζόμαστε μια πλήρως υλιστική ερμηνεία για τον Badiou σήμερα, όπως όταν ο Marx διατύπωσε μια πλήρως υλιστική ερμηνεία για τον Hegel στα μέσα του 19ου αιώνα. Μια τέτοια ερμηνεία του Badiou θα απομάκρυνε την έντονη τάση του για έναν ιδιαίτερα αφηρημένο μαθηματικό φορμαλισμό, ο οποίος κινείται στα όρια της μαθηματικής μαντικής, απομακρύνοντας μαζί και τον αυτοαποκαλούμενο “Πλατωνισμό του πολλαπλού” του Badiou, υπέρ ενός συμβαντικού υλισμού ριζωμένου στο πραγματικό.

Από την άλλη, θεωρώ πως είναι κάπως επιπόλαιο να απορρίψουμε τον Badiou βασιζόμενοι σε κατηγορίες περί ιδεαλισμού, σε μια μάταιη απόπειρα να αποβάλουμε από πάνω μας το ζήτημα. Ως εκ τούτου, το βρίσκω ιδιαίτερα χρήσιμο να εξετάσουμε τον ιδεαλισμό του Badiou από την σκοπιά της έννοιας. Ο ιδεαλισμός είναι, στη ρίζα του, η επιστήμη της υποκειμενικότητας. Και η επιστήμη της υποκειμενικότητας του Badiou περιστρέφεται γύρω από την έννοια. Αλλά τι είναι μια έννοια; Εδώ μπορούμε να αντιδιαστέλλουμε δύο πρόσφατους ορισμούς της έννοιας, ο πρώτος από τους Deleuze και Guattari και ο δεύτερος από τον Badiou.

Στο Τι Είναι Φιλοσοφία; οι Deleuze & Guattari έγραψαν πως η φιλοσοφία είναι παραγωγή εννοιών. Η φιλοσοφία δεν είναι στοχασμός, αντανάκλαση, ή επικοινωνία. Δεν είναι η “αγάπη της σοφίας”. Αντίθετα, η φιλοσοφία είναι η πράξη της διατύπωσης νέων εννοιών, όπου “έννοια” εδώ σημαίνει κάθε ενδιαφέρουσα δομή της σκέψης. Μια έννοια μπορεί να είναι “το σώμα δίχως όργανα”, ή μπορεί να είναι “η εικόνα-συναίσθημα”. Όχι απλά συνώνυμη της αφαίρεσης ή της γενικότητας ως τέτοια, η έννοια είναι μια πολλαπλότητα, ένα είδος συναρμογής (assemblage) ή ένας χώρος ανάμειξης όπου τα σώματα ρέουν και ανταλλάσουν. Με αυτή τη σημασία, η “δημοκρατία” μάλλον δε θα αποτελούσε έννοια για τους Deleuze & Guattari, οι οποίοι θα την έθεταν ως “συναρμογή σωμάτων και εξουσιών”.

Αν για τους Deleuze & Guattari η έννοια είναι εκκίνηση, για τον Badiou η έννοια αποτελεί συνθήκη. Γι’αυτόν η “έννοια” είναι ένας νόμος, μια υπόσχεση, ή μια ελπίδα. Οι έννοιες είναι τα πράγματα που εμμένουν, τα πράγματα στα οποία τα υποκείμενα δεσμεύονται. Και με τη δέσμευση τους στις έννοιες, τα υποκείμενα μεταβαίνουν σε πλήρη ύπαρξη. Αν η έννοια του Deleuze έχει να κάνει με τη δημιουργικότητα και την έκφραση, η έννοια του Badiou είναι θεμελιωδώς ένα ερώτημα νόμου, περιορισμού και πιστότητας.

Ναι, ο Badiou είναι “ιδεαλιστής”, αλλά μόνο με τον τρόπο που ο αγωνιστής είναι ιδεαλιστής. Και οι δύο χρησιμοποιούν έννοιες για να δεσμεύσουν τα υποκείμενα σε αλήθειες. Εδώ, “έννοια” σημαίνει λιγότερο “ιδέα” και περισσότερο “ιδανικό”, δηλαδή μια επιθυμητή κατάσταση. Ο αγωνιστής είναι ιδεαλιστής γιατί αυτός ή αυτή εμμένει σ’ένα ιδανικό – κλιματική δικαιοσύνη ή την εξάλειψη της φτώχειας – και καθυποτάσσει τη δράση του σ’αυτό. Η θεωρία του υποκειμένου του Badiou είναι ταυτοτική. Το υποκείμενο εμμένει σε ένα συμβάν και γίνεται υποκείμενο της αλήθειας. Επομένως, η έννοια είναι το κλειδί για την κατανόηση του ιδεαλισμού του Badiou.     

Ναι, αυτό σημαίνει πως ο
Badiou είναι ηθικολόγος στον ύψιστο βαθμό. Από την άλλη όμως, το πολιτικό και το ηθικό είναι κυριολεκτικά το ίδιο πράγμα.


Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Gilles Deleuze, Felix Guattari - Τι είναι έννοια; (αποσπάσματα, 1ο μέρος)


Δεν υπάρχει απλή έννοια. Κάθε έννοια έχει συνιστώσες και ορίζεται μέσω αυτών. Έχει επομένως ένα συνδυασμό. Είναι πολλαπλότητα - αν και δεν είναι κάθε πολλαπλότητα εννοιακή.

(...)Η έννοια είναι ένα όλον διότι ολοποιεί τις συνιστώσες της, πλην όμως όλον αποσπασματικό. 

(...)Κοντολογίς, λέμε ότι κάθε έννοια έχει πάντοτε μιαν ιστορία, παρά το γεγονός ότι αυτή η ιστορία είναι τεθλασμένη και περνά σε περίπτωση ανάγκης από άλλα προβλήματα και διαφορετικά επίπεδα. Σε μιαν έννοια υπάρχουν, πολύ συχνά, κομμάτια ή συνιστώσες που προέρχονται από έννοιες οι οποίες απαντούσαν σε άλλα προβλήματα και προϋπέθεταν άλλα επίπεδα.Πράγμα που είναι υποχρεωτικό, αφού κάθε έννοια επιτελεί μιαν νέα κατάτμιση, αποκτά νέα περιγράμματα και πρέπει να επανενεργοποιηθεί ή να επανασυνδεθεί.

Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, μια έννοια έχει ένα γίγνεσθαι το οποίο, εν προκειμένω, αφορά τη σχέση της με τις άλλες έννοιες, που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Εδώ, οι έννοιες συναρμόζονται η μια με την άλλη, ξανακόβουν η μια την άλλη, συντονίζουν τα περιγράμματά τους, συνθέτουν τα αντίστοιχα προβλήματα, ανήκουν στην ίδια φιλοσοφία - έστω κι αν είναι διαφορετικές οι ιστορίες τους. Όντως, κάθε έννοια, εφ' όσον έχει πεπερασμένο αριθμό συνιστωσών, θα διακλαδωθεί σε άλλες έννοιες, που παρ' ότι έχουν διαφορετική σύνθεση αποτελούν άλλες περιοχές του ίδιου επιπέδου, οι οποίες με τη σειρά τους απαντούν σε ενδεχομένως συνδεόμενα προβλήματα, συμμετέχουν σε μιαν από κοινού δημιουργία. Μια έννοια δεν απαιτεί μόνον ένα πρόβλημα, βάσει του οποίου μετασχηματίζει ή αντικαθιστά τις προηγούμενες έννοιες, αλλά ένα σταυροδρόμι προβλημάτων, όπου συνδέεται με άλλες συνυπάρχουσες έννοιες.

(...)Κατά πρώτον λόγο, η εκάστοτε έννοια παραπέμπει σε άλλες έννοιες, όχι μόνο μέσα στην ιστορία της, αλλά και μέσα στο γίγνεσθαι ή τις παρούσες συνδέσεις της. Κάθε έννοια χωριστά έχει συνιστώσες, οι οποίες μπορούν με τη σειρά τους να εκληφθούν ως έννοιες. Οι έννοιες βαίνουν, επομένως, ως το άπειρο και άρα, δημιουργημένες καθώς είναι, δεν δημιουργούνται ποτέ εκ του μηδενός. Κατά δεύτερον λόγο, το ίδιον της έννοιας είναι να καθιστά τις συνιστώσες αχώριστες εντός της: διακριτές, ετερογενείς και όμως αχώριστες - αυτό είναι το καθεστώς των συνιστωσών ή εκείνο που ορίζει την συνέπεια της έννοιας, την ενδοσυνέπεια της. Πρόκειται για το ότι η εκάστοτε διακριτή συνιστώσα παρουσιάζει μιαν μερική επικάλυψη, μιαν ζώνη γειτονίας ή ένα κατώφλι αδιακριτότητας της από μιαν άλλη: για παράδειγμα, στην έννοια του Άλλου ο δυνατός κόσμος δεν υπάρχει πέρα από το πρόσωπο που τον εκφράζει, αν και διακρίνεται από αυτό, όπως διακρίνεται το εκφραζόμενο από την έκφραση· το δε πρόσωπο είναι με την σειρά του η εγγύτητα των λέξεων, των οποίων είναι ήδη ο τηλεβόας.Οι συνιστώσες παραμένουν διακριτές, αλλά υπάρχει κάτι που περνά από την μια στην αλλή, κάτι που παραμένει ανεπίκριτο μεταξύ αυτών των δυο: υπάρχει ένα πεδίο αβ που ανήκει τόσο στο α όσο και στο β, όπου το α και το β «γίνονται» μη διακριτά. Αυτές οι ζώνες, τα κατώφλια ή τα γίγνεσθαι, αυτός ο αχώριστος χαρακτήρας είναι που ορίζουν την εσωτερική συνέπεια της έννοιας. Όμως αυτή διαθέτει και μια εξωσυνέπεια, με άλλες έννοιες, αφού η αντίστοιχη δημιουργία εκείνων συνεπάγεται την κατασκευή μιας γέφυρας στο ίδιο επίπεδο. Οι ζώνες και οι γέφυρες είναι οι αρμοί της έννοιας.

Κατά τρίτο λόγο, η εκάστοτε έννοια μπορεί κατά συνέπεια να θεωρηθεί ως το σημείο σύμπτωσης, συμπύκνωσης ή συσσώρευσης των δικών της συνιστωσών. Το εννοιακό σημείο διατρέχει αδιάκοπα τις συνιστώσες, ανεβοκατεβαίνοντας μέσα σε αυτές. Υπ' αυτό το νόημα, κάθε συνιστώσα είναι ένα εντασιακό γνώρισμα, μια εντασιακή τεταγμένη, που δεν πρέπει να νοηθεί ούτε ως γενική ούτε ως καθ' έκαστον, αλλά απλώς ως ενικότητα - «ένας» δυνατός κόσμος, «ένα» πρόσωπο, «επί μέρους» λέξεις· αυτή η ενικότητα γίνεται καθ' έκαστον πράγμα ή γενικεύεται, ανάλογα με το αν της δίνουμε κάποιες μεταβλητές τιμές ή αν της ορίζουμε μιαν σταθερή συνάρτηση. Όμως, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στις επιστήμες, στην έννοια δεν υπάρχει ούτε σταθερά ούτε μεταβλητή και δεν διακρίνουμε τα μεταβλητά είδη ως προς ένα σταθερό γένος, όχι περισσότερο απ' ότι διακρίνουμε ένα σταθερό είδος για κάποια μεταβλητά άτομα. Οι σχέσεις μέσα στην έννοια δεν είναι ούτε σχέσεις βάθους ούτε έκτασης αλλά μονάχα τάξης, οι συνιστώσες της έννοιας δεν είναι ούτε σταθερές ούτε μεταβλητές αλλά απλώς μόνο παραλλαγές - διατεταγμένες ανάλογα με τη γειτονία τους. Πρόκειτε για σχέσεις διαβάθμισης και μετατόνισης. Η έννοια ενός πτηνού δεν έγκειται στο γένος ή το είδος του αλλά στη σύνθεση των στάσεών του, των χρωμάτων και του κελαηδίσματός του: πρόκειται για κάτι δυσδιάκριτο, που είναι μάλλον συνειδησία παρά συναισθησία· η έννοια αποτελεί ετερογένεση, δηλαδή μια διάταξη των συνιστωσών της σε ζώνες γειτονίας. Είναι διατακτική, είναι μια ένταση παρούσα σε όλα τα γνωρίσματα που την αποτελούν. Διατρέχοντας μάλιστα συνεχώς όλες τις συνιστώσες, σύμφωνα με μια τάξη δίχως απόσταση, η έννοια είναι σε κατάσταση επισκόπησης[1] ως προς αυτές.Είναι άμεσα συμπαρούσα, χωρίς καμία απόσταση, σε όλες τις συνιστώσες ή τις παραλλαγές της, περνά και ξαναπερνά από αυτές - είναι μια επανάληψη, ένα [λ.χ. μουσικό] έργο που διαθέτει τον συνδυασμό του.

Η έννοια είναι κάτι ασώματο, παρ' ότι ενσαρκώνεται και πραγματώνεται σε σώματα. Ένας λόγος περισσότερο για να μην συγχέεται με την κατάσταση πραγμάτων στην οποία πραγματώνεται.Δεν διαθέτει χωροχρονικές συντεταγμένες αλλά μόνο εντασιακές τεταγμένες. Δεν έχει ενέργεια αλλά μόνο εντάσεις, είναι μη ενεργειακή (η ενέργεια δεν είναι η ένταση αλλά ο τρόπος που αυτή αναπτύσσεται και ακυρώνεται σε μια εκτασιακή κατάσταση πραγμάτων). Η έννοια λέει το συμβάν και όχι την ουσία ή το πράγμα. Πρόκειτε για ένα Συμβάν καθαρό, μια haecceitas[2], μιαν οντότητα - το συμβάν του Άλλου ή το συμβάν του προσώπου (όταν το πρόσωπο με την σειρά του εκλαμβάνεται ως έννοια). Ή το πτηνό ως συμβάν. Η έννοια ορίζεται μέσω του αχώριστου χαρακτήρα ενός πεπερασμένου αριθμού ετερογενών συνιστωσών, τις οποίες διατρέχει με άπειρη ταχύτητα ένα σημείο σε κατάσταση απόλυτης επισκόπησης. Οι έννοιες αποτελούν «απόλυτες επιφάνειες και όγκους», μορφές που δεν έχουν άλλο αντικείμενοαπό τον αχώριστο χαρακτήρα των διακριτών παραλλαγών[3]. Η «επισκόπηση» είναι η κατάσταση της έννοιας, η ίδια της η απειρότητα, αν και τα άπειρα είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα ανάλογα με τον συνδυασμό των συνιστωσών, των κατωφλίων και των γεφυρών. Από αυτή την άποψη, η έννοια είναι όντος ενέργημα της σκέψης, η δε σκέψη κινείται με άπειρη ταχύτητα (αν και άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο μεγάλη).

Η έννοια είναι επομένως συνάμα απόλυτη και σχετική: σχετική ως προς τα ίδια της τα συστατικά, ως προς τις υπόλοιπες έννοιες, ως προς το επίπεδο που πάνω του οριοθετείται, ως προς τα προβλήματα που λογίζεται ότι επιλύει, αλλά απόλυτη μέσα στη συμπύκνωση που επιτελεί, τον τόπο που καταλαμβάνει στο επίπεδο, από τους όρους που επιβάλλει στο εκάστοτε πρόβλημα. Είναι απόλυτη μεν ως όλον, σχετική δε καθ' ότι αποσπασματική. Είναι άπειρη κατά την επισκόπηση ή την ταχύτητά της αλλά πεπερασμένη κατά την κίνηση που χαράζει το περίγραμμα των συνιστωσών της.

(...)Αυτό που εν τούτοις παραμένει απόλυτο, είναι ο τρόπος που τίθεται η δημιουργημένη έννοια καθ' εαυτήν και σε σχέση με τις άλλες. Η σχετικότητα ή η απολυτότητα της έννοιας αποτελούν, όπως η παιδαγωγική και η οντολογία της, την δημιουργία και την αυτοθεσία της, την ιδεατότητα και την πραγματικότητά της. Πραγματική χωρίς να είναι ενεργεία, ιδεατή χωρίς να είναι αφηρημένη... η έννοια ορίζεται μέσω της συνέπειάς της, της ενδοσυνέπειας και της εξωσυνέπειας, χωρίς ωστόσο να έχει αναφορά: είναι αυτοαναφορική, θέτει τον εαυτό της και θέτει το αντικείμενό της ενώ συγχρόνως δημιουργείται. Ο κονστρουκτιβισμός ενοποιεί το σχετικό και το απόλυτο.

Μετάφραση: Σταματίνα Μανδηλαρά

___________________________________


[1]. Ο συγγραφέας εδώ κάνει λογοπαίγνιο με τη λέξη survol που στα γαλλικά σημαίνει και εξετάζω και πετώ. Έτσι μπορεί να σημαίνει τόσο πτήση όσο και επισκόπηση. Γι' αυτό και χρησιμοποιεί προς επίρρωσιν των ισχυρισμών του την καντιανή εικόνα του πτηνού.

[2]. Haecceitas: όρος του Duns Scotus. Στον Duns Scotus δηλώνει αυτό, δια του οποίου το κάθε ένα συγκεκριμένο πράγμα, που ανήκει σε ένα είδος, διακρίνεται από τα άλλα μέλη του ίδιου είδους. Αυτό που κάνει τον Σωκράτη να είναι ο συγκεκριμένος Σωκράτης, ο δάσκαλος του Πλάτωνα, που ήπιε το κώνειο.
Ο όρος χρησιμοποιείται και στην τροπική λογική. Στα ελληνικά, έχει αποδοθεί και ως αυτότητα.

[3]. Σχετικά με την επισκόπηση, τις επιφάνειες ή τις εντάσεις ως πραγματικές βλέπε Raymond Ruyer, Neo-finalisme, P.U.F., κεφ. ΙΧ-ΧΙ.