Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

Henri Lefebvre - Ένας απολογισμός για το έργο του Μαρξ (μέρος α)


 
Άρθρο του Ανρί Λεφέβρ που γράφτηκε το 1984 με αφορμή τα εκατό χρόνια από το θάνατο του Μαρξ.Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Βελιγραδίου «Ο σοσιαλισμός στον κόσμο». Τη μετάφραση και τα σχόλια επιμελήθηκε ο Γιάννης Φ. Φωτόπουλος.


 

Henri Lefebvre - Ένας απολογισμός για το έργο του Μαρξ

 

Θα αρχίσω θυμίζοντας τη δική μου στάση σε ό,τι αφορά τη σκέψη του Μαρξ. Αυτή η θέση, που από παλιά έχω πάρει, δεν συνάδει με τον κομφορμισμό που κυριαρχεί από καιρό και που αφήνει ίχνη στον σύγχρονο κόσμο, ιδίως στη Γαλλία. Η αλλαγή του κόσμου είναι ουσιώδης απαίτηση της σκέψης του Μαρξ. Αλλά αυτή η σκέψη δεν μπορεί να θεωρείται ότι έχει μείνει η ίδια αναλλοίωτη· μετασχηματίζεται· αυτά που προκύπτουν μπορούν να θεωρηθούν σαν αλλαγή «υπό την επίδραση της σκέψης του Μαρξ». Εδώ και καιρό προτείνω να μη θεωρούμε αυτή τη σκέψη σαν μία θεωρητική διδασκαλία δεδομένη, πολυ δε περισσότερο σαν ένα σύστημα, αλλά σαν ένα σύνολο εννοιών. Αυτό το σύνολο, ή για να μιλήσω μεταφορικά, αυτός ο αστερισμός, τροποποιείται με τον καιρό. Ορισμένες έννοιες περνούν στη σκιά, δίκαια ή όχι. Νέες έννοιες εισάγονται στον αστερισμό. Αυτό το κινούμενο σύνολο χρησιμοποιείται για να γίνει κατανοητή η εποχή μας, δηλαδή το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, κι όχι απλά σαν συγκέντρωση κειμένων και παιδαγωγικών ή πολιτικών αναφορών. Ας μού επιτραπεί να επιμείνω στο γεγονός ότι πρόκειται εδώ για μία σημαντική αλλά και ουσιαστική μεταβολή στην κατανόηση αυτού που ονομάζουμε «μαρξισμό». Πρέπει να τον υποβάλλουμε αδιάκοπα στη δοκιμασία των γεγονότων και αυτού που πράγματι συμβαίνει, δηλαδή στη δοκιμασία της κοινωνικής πρακτικής, χωρίς εννοείται να αποκλείουμε (ίσια-ίσα πρέπει να επιμένουμε) στην εξερεύνηση του δυνατού και του αδύνατου[1]. Κατά τη διάρκεια αυτής της δοκιμασίας μπορεί να εμφανιστούν κενά στον «αστερισμό» αυτών των εννοιών, οι οποίες συμβάλλουν στην ανάγνωση της εποχής μας μόνο εφόσον συνυπολογίζουμε τα όσα καινούργια συμβαίνουν.


     Ανάμεσα στις έννοιες που δείχνουν να είναι  κεκτημένες και να μπορούν να χρησιμοποιηθούν, ορισμένες έχουν επισκιαστεί με τα χρόνια, άλλες χρησιμοποιήθηκαν άσχημα, τουλάχιστον στις καπιτα­λι­στικές χώρες. Τολμώ να υπογραμμίσω τη σπουδαιότητα κοινωνικών μέσων όρων: μέση παραγωγικότητα σε μία βιομηχανία ή σε μία χώρα – μέσο ποσοστό κέρδους – μέση οργανική σύνθεση του κεφαλαίου σε έναν βιομηχανικό κλάδο ή σε μία χώρα κ.λπ… Αυτοί οι μέσοι όροι είχαν σύμφωνα με τον Μαρξ ένα ρυθμιστικό ρόλο στη λειτουργία και την εξάπλωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (συσσώρευση του κεφαλαίου – διευρυμένη αναπαραγωγή κ.λπ). Όμως σήμερα δεν φαίνεται να παίζουν αυτό τον ρόλο: παρεμβάσεις και βολονταριστικές αποφάσεις έχουν πάρει τη θέση τους και τούς έχουν αναπληρώσει. Πώς και γιατί; Υπάρχει εδώ ένας ολόκληρος τομέας ερευνών πάνω στην εκδίπλωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Τομέας που δεν έχει εγκαταλειφθεί πλήρως αλλά και δεν έχει εξερευνηθεί πλήρως, κάθε άλλο· διότι κάποιοι συνέχισαν να παραθέτουν τον Μαρξ αντί να μελετούν με τρόπο αναλυτικό και κριτικό (όπως κάνουν οι έννοιες που αναφέραμε) όσα συμβαίνουν.

     Σχετικά με τον Μαρξ και την επίδρασή του στις καπιταλιστικές χώρες επιμένω πάνω στη διαφορά, που συχνά αμελείται, ανάμεσα στις σχέσεις παραγωγής και τον τρόπο παραγωγής. Συχνότατα και παρά τις κριτικές επισημάνσεις, κάποιοι έχουν αναγάγει τον δεύτερο (τον τρόπο παραγωγής) στις πρώτες (στις σχέσεις παραγωγής). Όρισαν τον τρόπο παραγωγής δια των σχέσεων παραγωγής, έτσι που η εκδίπλωση και η ιστορία του τρόπου παραγωγής με αφετηρία αυτές τις σχέσεις, γινόταν ακατανόητη· ιδιαίτερα η ελαστικότητα του καπιταλισμού[2], ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’60, η ικανότητά του για τεχνολογική πρωτοβουλία, η ενδυνάμωση της παγκόσμιας αγοράς κ.λπ. Πράγματι ο καπιταλισμός ξεδιπλώθηκε διαμέσου πολλαπλών αντιφάσεων, που άλλες έπαιξαν διεγερτικό ρόλο κι άλλες έφεραν την κρίσιμη κατάσταση που γνωρίζουμε σήμερα[3]. Κάτω από την επίδραση ενός απλοποιημένου μαρξισμού, κάποιοι συνένωσαν (για να το πούμε έτσι) σε μία και μοναδική ομάδα τις αντιφάσεις του καπιταλισμού χωρίς να κάνουν διάκριση εκείνων που τον διεγείρουν από εκείνες που τον ροκανίζουν από τα μέσα.

     Ο καθένας γνωρίζει ότι ανάμεσα στις μεγάλες αλλαγές του σημερινού κόσμου πρέπει να συνυπολογίσουμε την απελευθέρωση των παλιών αποικιών, την άνοδο του Τρίτου Κόσμου. Άραγε αυτό το απέραντο κίνημα απελευθέρωσης, που δεν πρέπει να υπερεκτι­μούμε τη σημασία του, έλαβε χώρα υπό την επίδραση του Μαρξ; Ναι, χωρίς καμία αμφιβολία, αλλά μέσα από ορισμένες πλευρές του έργου του που έχουν εδώ και καιρό αμεληθεί στη Δυτική Ευρώπη. Για παράδειγμα, τα αγροτικά ζητήματα[4], εκείνα της γης, του εδάφους και του υπεδάφους, των έγγειων προσόδων κ.λπ. Όλοι γνωρίζουμε ότι αυτή η πλευρά του μαρξισμού, που ξαναπιάστηκε αλλού κι όχι στη Δυτική Ευρώπη, ιδίως από τον Λένιν και τον Μάο Τσετούγκ, είχε αντίκτυπο σε παγκόσμια κλίμακα. Όλη η ιστορία των αγροτικών μεταρρυθμίσεων, ιστορία εξαιρετικά σύνθετη, θα μπορούσε να ενταχθεί στη μελέτη των επιδράσεων του Μαρξ. Βαθειά επαναστατικές στην αρχή και στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις είδαν σιγά-σιγά να ξεθωριάζουν οι ανατρεπτικές τους χωρητικότητες· μπορούμε να πούμε ότι σε πολλές χώρες «ενσωματώθηκαν» από τον καπιταλισμό. Αυτές οι επιδράσεις του Μαρξ δεν ξέφυγαν επομένως από τις διαλεκτικές αντιφάσεις. Από την άλλη πλευρά, η μελέτη των κειμένων του Μαρξ και του Λένιν (κι ιδίως εκείνων του τέλους της ζωής του Μαρξ πάνω στα αγροτικά ζητήματα) δεν εμπόδισαν τη σοσιαλιστική πλευρά να υποτιμήσει τα ζητήματα αυτά και να υπεραξιοδοτήσει τη βιομηχανική μεγέθυνση. Ένας απολογισμός της εκατονταετούς επίδρασης του Μαρξ δεν θα μπορούσε να αποφύγει τη μελέτη της μαρξιστικής σκέψης της σχετικής με την απελευθέρωση του Τρίτου Κόσμου, επίδραση που μερικές φορές ασκήθηκε μέσα από διδασκαλίες αποκλίνουσες ή και αιρετικές. Θα παραθέσω σαν παράδειγμα τα έργα του Frantz Fanon.

     Τελευταία επισήμανση σε αυτό το σημείο: η διαδικασία απελευθέρωσης υπήρξε και παρέμεινε κι η ίδια αντιφατική. Απελευθερώνοντας πολιτικά τους λαούς που έως τότε ήταν υπό κυριαρχία και αποικιοκρατία, πρόσφερε στις αναπτυγμένες χώρες που παρέμεναν καπιταλιστικές μία νέα αγορά πιο πλατειά από πριν, μια και συνοδεύτηκε κι ακόμη συνοδεύεται από μεταφορές τεχνολογίας, μετακινήσεις εργατικών χεριών κ.λπ. Κοντολογίς, κι επιμένω εδώ, η ανάπτυξη της μαρξιστικής σκέψης -όπως κι η ανάπτυξη της παγκόσμιας πραγματικότητας- εκτυλίσσεται αντιφατικά, ή για να το πούμε αλλιώς: διαλεκτικά. Εάν οι μαρξιστές δεν ανάλυσαν όλες τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου καθώς επίσης και τις αντιφάσεις τις εσωτερικές στον ίδιο τον μαρξισμό, αυτοί είναι υπεύθυνοι. Για να μιλήσουμε ακόμη πιο καθαρά, θα είχα πολλές κριτικές να κάνω εναντίον των μαρξιστικών τάσεων στις λεγόμενες «προχωρημένες» χώρες. Βρίσκω ότι οι τάσεις αυτές συχνά αυτοεγκλείστηκαν σε θεωρήσεις που έμοιαζαν συστηματικές, αυστηρές, ακριβείς, και που δεν ήταν παρά σχολαστικισμός. Θεωρώ ότι αυτές οι κριτικές της επιρροής του Μαρξ δεν εξαίρεσαν ούτε τους πιο διάσημους εκπροσώπους του μαρξισμού, συμπεριλαμβάνοντας τον Λούκατς ή τη Σχολή της Φρανκφούρτης. Αυτός ο εκφυλισμός της μαρξιστικής σκέψης στις «προχωρημένες» βιομηχανικές χώρες, τάχα δεν ήταν αλληλέγγυος με τις δυσκολίες που περνάει εκεί η εργατική τάξη; Έχω κατά νου ιδιαίτερα τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η σκέψη του Μαρξ ασκεί εκεί αξιοσημείωτη επιρροή αλλά περιορισμένη για την ώρα σε πανεπιστημιακούς κύκλους χωρίς σύνδεση με τους εργαζόμενους και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Δεχόμαστε από τις ΗΠΑ εργασίες και κείμενα που παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρουν σχετικά με αισθητικά ζητήματα ή με τις σχέσεις εξουσίας και εξάρτησης, αλλά τίποτα που να μπορεί να συγκινήσει το εργατικό κίνημα, το οποίο εντούτοις υπάρχει και τραβάει τον δρόμο του. Θα προσθέσω ότι έχουμε επισημάνει σε πάμπολλες ευκαιρίες την ανικανότητα των μαρξιστών διανοούμενων στις ισλαμικές χώρες κι ιδίως στο Ιράν να επεξεργαστούν ένα σχέδιο-πρόταγμα [projet] κοινωνίας που να μπορεί να προσανατολίσει το επαναστατικό κίνημα που βλέπει συνεπώς να μονοπωλείται από τους θρησκευτικούς θεσμούς. Αυτή η μομφή δεν εξαιρεί λοιπόν τις χώρες που δεν υπολογίζονται ανάμεσα στις μεγάλες βιομηχανικές χώρες και στις προχωρημένες δημοκρατίες.

     Ιδιαίτερα θυμάμαι με πίκρα μια επίσκεψή που στο Σαντιάγκο της Χιλής, λίγο πριν το στρατιωτικό πραξικόπημα. Οι μαρξιστικοί κύκλοι που είχα γνωρίσει ασχολούνταν, με περισσή επιμέλεια, με την επιστημολογία και καθόλου με αυτό που γινόταν γύρω τους και με μια κατάσταση που επιβαρυνόταν μέρα με τη μέρα. Αυτές οι επισημάνσεις κινούνται στην ίδια κατεύθυνση με εκείνες που έκανε στο Καβτάτ τον Οκτώβριο του 1982 ο Πάμπλο Γκονζάλες Καζανόβα και δημοσιεύτηκαν στις εργασίες του συνεδρίου υπό τον τίτλο «Η διείσδυση της μεταφυσικής στον ευρωπαϊκό μαρξισμό». Ο Μεξικανός φίλος μας έχει δίκιο να διαπιστώνει ότι οι έννοιες οι επεξεργασμένες με αφετηρία τον Μαρξ στη Δυτική Ευρώπη, δεν χρησίμευσαν και πολύ στην κατανόηση της πραγματικής κατάστασης του Μεξικού και της Λατινικής Αμερικής. Γιατί; Επειδή οι Ευρωπαίοι επέμειναν υπερβολικά πολύ πάνω στις σχέσεις εξάρτησης ανάμεσα στα φύλα, τις ηλικίες, τις περιοχές, τα κέντρα και τις περιφέρειες κ.λπ. Κι όχι αρκετά πάνω στις σχέσεις εκμετάλλευσης και στην άνοδο νέων μορφών της, πιο ευέλικτων από άλλοτε. Αυτό σημαίνει και πάλι ότι ο Μαρξ δεν έχει επιδράσει με έναν τρόπο απλό, χωρίς εσωτερικές ή εξωτερικές αντιφάσεις. Θέλω να προσθέσω ότι στην Ευρώπη όλα τα έργα και όλες οι έρευνες που εμπνέονται από τον Μαρξ δεν εμπίπτουν σε αυτή την κριτική. Μα δεν είναι εδώ ο χώρος για να φτιάξουμε έναν κατάλογο με όσους συγγραφείς και γραπτά εμπίπτουν στην κριτική κι όσους δεν εμπίπτουν. Θέλω να προσθέσω ότι μία ουσιώδης αντίφαση που ήρθε στο φως από Γιουγκοσλάβους συγγραφείς είναι εκείνη ανάμεσα στην παγκόσμια διαίρεση της εργασία που επιβάλλεται από τον καπιταλισμό και στη νέα παγκόσμια τάξη την οποία επιδιώκουν πολλές χώρες με τους Αδέσμευτους στην πρώτη γραμμή. Αυτή η στάση έχει σχέση, που δεν χρειάζεται να υπογραμμιστεί, με την πολιτική και τις επιδιώξεις του κινήματος των Αδεσμεύτων.

     Στον αστερισμό των εννοιών που μάς άφησε κληρονομιά ο Μαρξ υπάρχουν κατά τη γνώμη μου χάσματα και, θα μπορούσε κανείς να πει μεταφορικά, «μαύρες τρύπες». Πρέπει να γεμίσουν τα χάσματα. Και γι’ αυτό τόλμησα και ακόμη τολμώ να προτείνω μερικές νέες έννοιες. Για παράδειγμα:

     α) Ο Μαρξ δεν γνώρισε την υπέρογκη μεγέθυνση των πόλεων το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Για πολύ καιρό αυτό το φαινόμενο αντιμετωπίστηκε από τους μαρξιστές σαν ένα φαινόμενο δευτερεύον, αποτέλεσμα της εκβιομηχάνισης. Μερικοί μάλιστα έφεραν αντιμέτωπες την πόλη και την επιχείρηση σαν να είναι η μεν μία ο τόπος της κατανάλωσης – η δε άλλη ο τόπος της παραγωγής. Τέτοια θέση όμως είναι αδύνατο να υποστηριχθεί. Πράγματι πολλές χώρες γνώρισαν αστεακά κινήματα και αγώνες που είχαν την πόλη συνάμα σαν θέατρο και σαν διακύβευμα. Σε αυτές τις χώρες (για παράδειγμα στο Μεξικό) υπήρξαν τρία κύματα κινημάτων και αγώνων επαναστατικού χαρακτήρα: τα αγροτικά κινήματα – τα εργατικά κινήματα – τα αστεακά κινήματα. Για να λάβουμε υπ’ όψη αυτές τις νέες πραγματικότητες, που χρονολογούνται από την μοντέρνα εποχή, πρότεινα κι ακόμα προτείνω να εισαγάγουμε στις ουσιώδεις έννοιες την έννοια του αστεακού[5], δεύτερη φύση διαφορετική από την πρώτη φύση, καθόσον παραγόμενη.

     β) Οι δραστηριότητες που μελέτησε ο Μαρξ και που τα περισσότερα μαρξιστικά ρεύματα έφεραν στο προσκήνιο, αφορούσαν την εργασία, την παραγωγή και τους τόπους παραγωγής, τις σχέσεις παραγωγής. Αυτές οι αναλύσεις των σχέσεων παραγωγής δεν εξαντλούν κατά τη γνώμη μου τον τρόπο παραγωγής. Όπως το έχω επισημάνει πολλές φορές, δεν επιτρέπουν να κατανοήσουμε καλά την εκδίπλωσή του κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, την ελαστικότητά του, τις χωρητικότητές του. Τι συμβαίνει έξω από τους τόπους εργασίας; πρότεινα κι ακόμη προτείνω προκειμένου να καταλάβουμε ένα σύνολο γεγονότων, την έννοια της «καθημερινής ζωής»[6]. Αυτή η έννοια δεν αποκλείει σε τίποτα εκείνη της παραγωγικής εργασίας. Αντίθετα: τη συνεπάγεται. Και τη συμπληρώνει συνυπολογίζοντας τις μεταφορές-συγκοινωνίες, τη σχόλη, την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, καθώς επίσης και όλες τις τροποποιήσεις που επηρέασαν στη μοντέρνα εποχή αυτές τις διαφορετικές όψεις της ζωής και της κοινωνικής πρακτικής.

     γ) Αυτή η στάση καταλήγει να εισάγει στη μαρξιστική ανάλυση και αντίληψη πλευρές παραμελημένες: την αρχιτεκτονική, την πολεοδομία, και ευρύτερα τον κοινωνικό χώρο και χρόνο. Πράγμα που αξίζει εμβαθυμένες έρευνες. Πράγματι, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο χρόνος και συνάμα ο χώρος έχουν γίνει εμπορεύματα (μιλάω κυρίως για τις καπιταλιστικές χώρες), δηλαδή «αγαθά» γύρω από τα οποία διεξάγονται μεγάλοι αγώνες: ο χρόνος και ο χώρος παραμένουν το θεμέλιο της αξίας χρήσης, αν και/επειδή έχουν εισέλθει στην αξία ανταλλαγής. Ο καυγάς γίνεται σε παγκόσμια κλίμακα· αυτός ο αγώνας για τον χώρο και τον χρόνο, δηλαδή για τη χρήση τους και τη χρησιμοποίησή τους, είναι μία σύγχρονη μορφή της πάλης των τάξεων που ο Μαρξ δεν πρόβλεψε μια και δεν υπήρχε την εποχή του.

     δ) Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι οι δογματικοί (μιλάω πάντοτε για ό,τι συμβαίνει στη Δύση, μέσα στην αστική κοινωνία) μέχρι μια εποχή επαναλάμβαναν με μονομανία ορισμένες διατυπώσεις του Μαρξ και του Ένγκελς για το κράτος. Αλλ’ όμως ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν μπόρεσαν να γνωρίσουν κατ’ αρχήν την παγκοσμιοποίηση του κράτους και στη συνέχεια τις μεταμορφώσεις του στον 20ο αιώνα. Την εποχή τους το κράτος ήταν ακόμη καινούργιο στην Ευρώπη. Σήμερα, ή ακριβέστερα από τα μέσα του 20ου αιώνα δεν μπορούμε να μιλάμε για αποσπασματική και συγκυριακή παρέμβαση του κράτους στην οικονομική πραγματικότητα, με άλλα λόγια στη «βάση» του. Ο ρόλος του κράτους υπερφαλαγγίζει (ακόμη και από την καπιταλιστική πλευρά) αυτό που κλασσικά αποδιδόταν στην πολιτική, ιδεολογική και θεσμική δομή. Πρέπει να κάνουμε απολογισμό του γεγονότος ότι η κλασσική διάκριση ανάμεσα στο οικονομικό επίπεδο της κοινωνίας, το κοινωνικό επίπεδο (ή βαθμίδα) και το πολιτικό επίπεδο ή βαθμίδα τείνει να εξαφανιστεί. Διευκρινίζω ότι η διαφορά ανάμεσα στο οικονομικό, το κοινωνικό και το πολιτικό δεν έχει καταργηθεί αλλά υπάρχει η τάση για αυξανόμενη πρωτοκαθεδρία κι επιβολή του κράτους πάνω στο οικονο­μικό και το κοινωνικό. Για να εξετάσουμε αυτή την κατάσταση που εμφανίζεται σχεδόν παντού το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα -την ίδια στιγμή με την παγκοσμιοποίηση του κράτους- έχω προτείνει μία νέα έννοια: εκείνη του κρατικού τρόπου παραγωγής. Αυτή η έννοια ενώνει το οικονομικό και το πολιτικό και προτάσσει αυτή την ένωση σαν ορίζοντα και προοπτική επειδή γίνεται πραγματικότητα. Σε αυτή η έννοια επιφυλάχθηκε μία αρκετά άσχημη υποδοχή από όλες τις πλευρές, από τους μαρξιστές όπως και από τους ιδεολόγους του καπιταλισμού και της παραδοσιακής δημοκρατίας. Πιθανόν επειδή τους ενοχλεί.(συνεχίζεται)

____________________________________________


[1] Σ.τ.Μ: Για τον Λεφέβρ η έννοια της δυνατότητας, του «δυνατού» είναι κρίσιμη. «Η πραγματικότητα είναι μια δέσμη δυνατοτήτων» λέει. Θεωρεί τον ίδιο τον Μαρξ ως τον «στοχαστή του δυνατού» (Μια σκέψη που έγινε κόσμος, ελλ.εκδ, σ.194 επ.) κι αντιπαρατίθεται τόσο στον Αξελό που θεωρεί ότι ο Μαρξ είναι φιλόσοφος και «ο στοχαστής της τεχνικής» όσο και στον Αλτουσέρ που υποστηρίζει ότι ο Μαρξ είναι επιστήμονας (βλ. Αξελός, Ο Μαρξ, στοχαστής της τεχνικής, ed. Minuit, Παρίσι 1961, και Αλτουσέρ, Για τον Μαρξ, ed. Maspero, Παρίσι 1966, ελλ. έκδ. Γράμματα 1978, μετάφραση Τάκη Καφετζή). Συνδέεται έτσι με τον μαρξικό  και εγελιανό ορισμό της πραγματικότητας (υπάρχον+οι τάσεις του). Γράφει σχετικά: «Εάν υπάρχει κυρίαρχη κατηγορία και αντίθεση, είναι αυτήτου δυνατού και του αδύνατου: για να διευρύνουμε το δυνατό πρέπει να σκεπτόμαστε, να διατρανώνουμε και να θέλουμε το αδύνατο. Η δράση και η στρατηγική έγκεινται στο να καθίσταται αύριο δυνατό αυτό που σήμερα είναι αδύνατο. Ένα τέτοιο σχέδιο αποκτά νόημα μόνο ενόψει μίας αδυνατότητας: δηλαδή το να κρατηθούμε επ’ άπειρον στις υπάρχουσες (κοινωνικές) σχέσεις. Αποδεσμεύει αυτό που αυτή η αδυνατότητα καθιστά δυνατό· κι αντίστροφα, αυτό που το σημερινό «πραγματικό» επισκιάζει και μπλοκάρει». (Η επιβίωση του καπιταλισμού, 1973/2002 σελ. 30). Αυτή η προοπτική έχει και «μεθοδολογικές» συνέπειες: «…Δίπλα στην επαγωγή και την απαγωγή, η διαλεκτικά εμβαθυμένη μεθοδολογία θα έπρεπε να παρουσιάσει νέες διεργασίες, όπωςαυτή της δια-αγωγής [trans-duction], διεργασία της σκέψης σε/προς ένα δυνάμει αντικείμενο προκειμένου να το κατασκευάσει και να το πραγματοποιήσει. Είναι ίσως η λογική του δυνατού και/ή αδύνατου αντικειμένου» (Πρόλογος στη β΄ έκδοση, 1969, του βιβλίου του Τυπική Λογική και διαλεκτική λογική).

[2] Σ.τ.Μ: «Για αυτόν τον νεο-καπιταλισμό μπορούμε να πούμε ότι είναι ένας οργανωτικός καπιταλισμός, κάτι που δεν σημαίνει ότι είναι οργανωμένος καπιταλισμός. Κάθε άλλο. Η συνοχή του είναι μονάχα επιφανειακή διότι δεν καταφέρνει να απορροφήσει τις αντιφάσεις του», γράφει στο Η επιβίωση του καπιταλισμού (1973/2002, σελ. 110).

Η άποψή του αυτή έχει πολλούς αποδέκτες. Πρώτα-πρώτα τους τεχνοκράτες (και τους πολιτικούς τους εκπροσώπους) που κυνηγούν την μυθολογία ότι ο καπιταλισμός μπορεί να οργανωθεί, δηλαδή να διευθετήσει οριστικά τις αντιφάσεις του. Ταυτόχρονα όμως απορρίπτει την απλούστευση ότι ο καπιταλισμός είναι μια «τυφλή» διαδικασία, χωρίς δηλαδή να διαθέτει στρατηγική σκέψη. Τέλος, ασκεί κριτική στο ρεύμα του στρουκτουραλισμού μέσα στον μαρξισμό, που «υψώνει σε κριτήριο τη συνοχή, βαλμένη πάνω από την αντίφαση» και υποκαθιστά «την έννοια της «διαδικασίας» (ιστορική στην καταγωγή της, οικονομική στη συνέχεια) από εκείνη της δομής…». Ο Λεφέβρ απευθύνει κρίσιμα ερωτήματα στον Λ. Αλτουσέρ: «…Το πρόβλημα είναι το εξής: η καπιταλιστική κοινωνία συγκροτεί άραγε ευθύς από το ξεκίνημά της ένα κλειστό-περατωμένο σύστημα, που δεν μπορεί παρά να συντηρεί τις συνθήκες του και να διαρκεί, ή να καταρρέει, σύμφωνα με την αρχή του όλα ή τίποτα; Υπάρχει κάτι καινούργιο στον καπιταλισμό από τότε που υπάρχει; … Ο Μαρξ εκθέτει τη γένεση και τη συγκρότηση του ανταγωνιστικού καπιταλισμού. Ο «τρόπος παραγωγής» άραγε έχει ήδη γίνει πραγματικότητα τότε; Εάν κάποιος απαντήσει «όχι», αυτό σημαίνει ότι ο ανταγωνιστικός καπιταλισμός δεν είναι ακόμα καπιταλισμός. Εάν κάποιος απαντήσει «ναι», πέφτουμε στη μεγαλύτερη αμηχανία· πώς να εξηγήσουμε τους μετασχηματισμούς του καπιταλισμού … Ο καπιταλισμός διαρκεί. Θα διαρκέσει όσο διαρκέσει. Όταν θα εξαφανιστεί, θα εξαφανιστεί. Τίποτα που να έχει αλλάξει, διότι τίποτα δεν αλλάζει μέσα στους κόλπους του «τρόπου παραγωγής», ακίνητου σαν τέτοιου, τίποτα παρά μόνο λεπτομέρειες διευθέτησης … Είναι σχεδόν προφανές ως προς τι και πώς μια τέτοια σκέψη συνδέεται με τις τάσεις μιας κοινωνίας που θέλει να πετύχει τη στέρεη υπόστασή της παρακάμπτοντας ο,τιδήποτε την κατατρώει…» (Η επιβίωση…1973/2002, σελ 55 επ.).

[3] Σ.τ.Μ: Γράφει σχετικά με τον νεο-καπιταλισμό στο Η επιβίωση του καπιταλισμού (1973/2002, σελ. 81): «Αυτή η νέα σφαιρικότητα, που έχει για σκοπό και τέλος (συνειδητά ή όχι) την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων πιο πολύ κι από το άμεσο κέρδος και τη μεγέθυνση της παραγωγής, συνοδεύεται από μία βαθειά ποιοτική τροποποίηση αυτών των σχέσεων. Οι σχέσεις κυριαρχίας που από την προέλευσή τους υπο-στηρίζουν ενισχύοντας τις σχέσεις εκμετάλλευσης, γίνονται ουσιώδεις,κεντρικές. Η θέληση για δύναμη (οι ικανότητες καταναγκασμού και βίας) παίρνει κεφάλι από την προτίμηση για όφελος και κέρδος, από την αναζήτηση υπερκέρδους (κέρδους στον μέγιστο βαθμό). Οι οικονομικοί και κοινωνικοί νόμοι χάνουν την φυσική πλευρά που περιέγραψε ο Μαρξ, δηλαδή την τυφλή και αυθόρμητη· γίνονται ολοένα και περισσότερο καταναγκαστικοί κάτω από ένα συμβασιακό κάλυμμα (ή και χωρίς αυτό)».

[4] Σ.τ.Μ:Τα αγροτικά θέματα ήταν το μεγάλο μεράκι του Ανρί Λεφέβρ. Το παράπονό του ήταν πως η Ε.Σ.Σ.Δ. ουδέποτε τού επέτρεψε την είσοδο εκεί για την μελέτη του αγροτικού φαινομένου. Αφιέρωσε για το αγροτικό ζήτημα τη διδακτορική του διατριβή, πολλές δημοσιέυσεις και ένα βιβλίο για τα Πυρηναία.

[5] Σ.τ.Μ: Urbain στο κείμενο. Σημαίνει «το-της-πόλης». Στην ελληνική γλώσσα αποδίδεται συνήθως με τους όρους «αστικός», «αστικοποίηση» κ.λπ, που όμως προξενούν σύγχυση με τους ίδιους όρους που αποδίδουν την ταξική έννοια «bourgeois», δηλ. της αστικής τάξης. Προτιμήσαμε, έτσι, το «αστεακός», «αστεοποίηση» που παράγεται από το θέμα «αστε-» της λέξεως άστυ· λύση, εξάλλου, που σποραδικά έχει εμφανιστεί στη βιβλιογραφία.

[6] Σ.τ.Μ: Το καθημερινό απασχόλησε τον φιλόσοφο ήδη από τη δεκαετία του ’40, όταν ακόμα ήταν περιφρονημένο από την επίσημη φιλοσοφία, αλλά και από εκείνον τον μαρξισμό που έλεγε ότι το καθημερινό δεν αποτελεί κάποια θεωρητική έννοια, κάποιο αντικείμενο της επαναστατικής θεωρίας. «Ο σοσιαλισμός ή θα είναι καθημερινός ή δεν θα υπάρξει ποτέ» έγραψε το 1947. Αφιέρωσε στην κριτική της καθημερινής ζωής πολλά έργα του, διερευνώντας πότε τον χώρο τής δυνατής απο-αλλοτρίωσης, πότε τη συνάντηση πολιτισμού και πολιτικής, πότε το πεδίο (ανα)συγκρότησης της υποκειμενικότητας της κοινωνίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου