Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Marx. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Marx. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Επιστρέφοντας στο μηδέν της ανταλλακτικής αξίας




Στις κρίσεις ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη προηγούμενη εποχή θα φαινόταν σαν παραλογισμός, η επιδημία της υπερπαραγωγής. Η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται πάλι πίσω σε κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας. (K. Μαρξ-Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, 1848)

To αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο και η αυτοαξιοποίησή του εμφανίζονται σαν αφετηρία και τέρμα, σαν κίνητρο και σκοπός της παραγωγής, ότι η παραγωγή είναι παραγωγή για το κεφάλαιο και όχι αντίστροφα [..] Υπερπαραγωγή κεφαλαίου, και όχι ξεχωριστών εμπορευμάτων - αν και η υπερπαραγωγή κεφαλαίου περιλαμβάνει πάντα την υπερπαραγωγή εμπορευμάτων - δεν σημαίνει τίποτα άλλο από υπερσυσσώρευση κεφαλαίου. (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. ΙΙΙ, 1894)


Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

J. Martineau - Παρατηρήσεις για τις χρονικές σχέσεις στην προκαπιταλιστική κοινωνία



Παρατηρήσεις για τις χρονικές σχέσεις στην προκαπιταλιστική κοινωνία

Πηγή: Jonathan Martineau - Time, Capitalism and Alienation σ. 103-7
Μετάφραση: Μαχόμενος Υλισμός


Πριν προχωρήσουμε σε μία βαθύτερη εξέταση της διάδρασης μεταξύ καπιταλισμού και χρόνου στο επόμενο κεφάλαιο, μπορούν να γίνουν κάποιες συνθετικές παρατηρήσεις για τις προκαπιταλιστικές σχέσεις όσον αφορά τον κοινωνικό χρόνο. Για το ζήτημα της αλλοτρίωσης του χρόνου, υπήρχαν περιπτώσεις στις φεουδαρχικές κοινωνίες όπου ο χρόνος των εργασιακών πρακτικών έμοιαζε ως αλλοτριωμένος σ’ ένα βαθμό. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αξιωθεί πως η εργασία των μοναχών στα μοναστήρια, τα οποία σχημάτιζαν όχι μόνο θρησκευτικές κοινότητες, αλλά και εργασιακές μονάδες, αποτελούσε αλλοτριωμένο χρόνο. Παρ’ όλα αυτά οι σχέσεις κοινωνικού χρόνου που κυριαρχούσαν σε μια τέτοια διαδικασία σε εκείνη την περίπτωση ήταν ενός διαφορετικού τύπου. Αυτός που την ιδιοποιούνταν ήταν η κοινότητα, με τη μορφή των ίδιων των μοναστηριών, ή της εκκλησίας γενικά. Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε πως οι εργασιακές πρακτικές των μοναχών ανήκαν στην “κοινότητα”, ενώ στους ίδιους τους δρώντες έμοιαζε να είναι χρόνος που διατίθεται για το θεό. Αλλά είναι σημαντικό εδώ να τονίσουμε πως ο χρόνος της εργασίας καθ’ αυτός δεν είναι αλλοτριωμένος σε αυτό το πλαίσιο. Ενώ η εργασία εκτελείται με μία χρονική σειρά που χαρακτηρίζεται από χρονική πειθαρχία, δεν υπάρχει συγχώνευση μεταξύ ιδιοποίησης και χρόνου: η μεταφορά πλεονάσματος από τους παραγωγούς σε αυτούς που το ιδιοποιούνται δε βασίζεται σε μετρήσεις του αφηρημένου χρόνου. Ως τέτοια, φαίνεται πως η χρονική κυριαρχία δε συνεπάγεται χρονική αλλοτρίωση σε αυτό το πλαίσιο. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για τη νομική κωδικοποίηση του χρόνου των εργασιών από τις φεουδαρχικές αυλές στις υπαίθριες καλλιέργειες.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η μισθωτή εργασία στα ευρωπαϊκά αστικά παραγωγικά κέντρα. Αυτό που ο Le Goff αποκαλεί “νέο χρόνο” ήταν κυριαρχούμενος χρόνος, όπως φαίνεται από το γεγονός πως ο χρόνος ρυθμιζόταν με σκοπό να υπαχθεί στον τομέα των εμπορικών πρακτικών. Δεν είναι τυχαίο πως οι πρώτες κοινωνικές χρήσεις των ρολογιών έγιναν υπό ένα εργασιακό πλαίσιο. Στην πραγματικότητα, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Thompson, η “πρόσληψη πραγματικών χεριών” στις παραγωγικές πρακτικές σηματοδοτεί ένα κρίσιμο άλμα στην ανάδυση της χρονικής αλλοτρίωσης των εργασιακών πρακτικών. Αλλά κρίσιμο στο προκαπιταλιστικό πλαίσιο είναι το ότι η ίδια η εργασιακή διαδικασία δεν είναι υπό τον έλεγχο των εργοδοτών και αυτών που την ιδιοποιούνται. Οι εργάτες και οι παραγωγοί παραμένουν κυρίαρχοι των συγκεκριμένων χρόνων των εργασιακών τους δραστηριοτήτων, χρόνων εργασίας της οποίας η υφή, ουσία και γνώση κληρονομήθηκαν από την παράδοση. Και ενώ η ωρολογιακή μέτρηση της διάρκειας της εργασίας συνεπάγεται μια ιδιαίτερα έντονη και σκληρή μορφή χρονικής κυριαρχίας, δεν υπάρχει συστηματική ή πλήρης χρονική αλλοτρίωση. Η μετριασμένη διάσταση αυτή βασίζεται στο γεγονός του ότι οι αφηρημένες ωρολογιακές μονάδες περικλείουν και κυριαρχούν επί της διάρκειας της εργασίας, όμως δεν αλλοτριώνουν τους συγκεκριμένους χρόνους της εργασιακής διαδικασίας — περισσότερα πάνω σ’ αυτό ακολουθούν παρακάτω.

Για να χρησιμοποιήσουμε της κατηγορίες του Le Goff άλλη μια φορά, ο εκκλησιαστικός και ο εμπορικός χρόνος εμφάνιζαν τότε χαρακτηριστικά χρονικής κυριαρχίας. Αλλά αυτοί οι τρόποι (modes) χρονικότητας είχαν την τάση να δομούν τον επίσημο χρόνο ως κάτι που δεν ανήκε ευθέως στους εργαζόμενους ή τους πιστούς, είτε ο χρόνος αντιλαμβανόταν και ασκούνταν σαν να ανήκε στο θεό, τους εργοδότες ή τη λογική των εμπορικών αγορών. Ωστόσο, αυτή η μορφή χρονικής κυριαρχίας δε διαπέρασε, ούτε αλλοτρίωσε την ουσία των συγκεκριμένων χρονικοτήτων που αφορούσαν τις παραγωγικές πρακτικές. Οπότε, στις φεουδαρχικές κοινωνίες βλέπουμε πως οι άνθρωποι υποβάλλονταν σε χρονική κυριαρχία, αλλά είναι δύσκολο να γίνει λόγος για πραγματική, πλήρως ανεπτυγμένη χρονική αλλοτρίωση ως θεμελιώδη λειτουργία αυτών των κοινωνιών. Η έρευνα πάνω στις λαϊκές πολιτιστικές μορφές της χρονικότητας και στο χρόνο του μεγαλύτερου μέρους των ευρωπαϊκών φεουδαρχικών εργασιακών πρακτικών έδειξε πως ο [ελεύθερος] χρόνος του λαού και ο χρόνος εργασίας στους αγρούς δεν ήταν αλλοτριωμένοι.

Ίσως είναι δελεαστικό να επιχειρηματολογήσουμε πως ο χρόνος των εργασιακών πρακτικών ήταν αλλοτριωμένος στις φεουδαρχικές σχέσεις του κοινωνικού χρόνου καθώς η εργασία ήταν αλλοτριωμένη, αλλά αυτό θα σήμαινε πως θα οδηγούμασταν σε μια λανθασμένη παράκαμψη. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αξιωθεί πως ο χρόνος που “δαπανιόταν” για εργασία για το φεουδάρχη ήταν αλλοτριωμένος χρόνος. Από αυτή τη σκοπιά, ο χρόνος που αφιερωνόταν για την παραγωγή του πλεονάσματος προς ιδιοποίηση, ή πρακτικές όπως αυτή του συστήματος των corvées [μορφή απλήρωτης εργασίας, ΣτΜ], μπορούν να ειδωθούν ως παραδείγματα αλλοτριωμένου χρόνου στις σχέσεις του φεουδαρχικού κοινωνικού χρόνου. Ωστόσο, αυτό θα σήμαινε την προβολή των οργάνων μέτρησης της βιομηχανικής καπιταλιστικής εργασίας στη φεουδαρχική κοινωνική εργασία. Πράγματι, η “εργασία” και ο “χρόνος” δεν είναι συγχωνευμένα στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες με τον ίδιο τρόπο που είναι στον καπιταλισμό. Ο “χρόνος” με τον οποίο θα μετρούσαμε τη φεουδαρχική εργασία είναι μάλλον μια μορφή αλλοτριωμένου χρόνου που ανήκει στις καπιταλιστικές κοινωνικές-ιδιοκτησιακές σχέσεις. Η καπιταλιστική αξία, με τον αντίστοιχο χρόνο εργασίας ως δομική μονάδα, δεν επικρατούσε στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες. Συνεπώς, θα ήταν χρονοκεντρικό να θεωρήσουμε τις σχέσεις φεουδαρχικού κοινωνικού χρόνου υπό το πρίσμα των αντίστοιχων κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό.

Φαίνεται επομένως, πως ο χρόνος των χωρικών και των λαϊκών μαζών, ο “διαδικαστικός συγκεκριμένος χρόνος”, δεν ήταν αλλοτριωμένος χρόνος. Παρόλο που δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η εργασία ήταν αλλοτριωμένη, δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο ότι ο χρόνος των εργασιακών πρακτικών ήταν κι αυτός αλλοτριωμένος. Αφενός, οι προκαπιταλιστικές εργασιακές πρακτικές δεν ήταν κενές από πλευράς κοινωνικής αλληλεπίδρασης, αυτού που σήμερα αποκαλείται “ελεύθερος χρόνος”, με συγκεκριμένα περιεχόμενα κοινοτικών, οικογενειακών και φιλικών αλληλεπιδράσεων και δραστηριοτήτων που περιλάμβαναν ύπνο, ξεκούραση, κατανάλωση ποτών, διήγηση ιστοριών κλπ.. Αφετέρου, και σχετικό μ’ αυτό, η ίδια η εργασιακή διαδικασία δεν ελεγχόταν από αυτούς που την ιδιοποιούνταν. Έχοντας πρόσβαση στα μέσα παραγωγής, οι χωρικοί της μεσαιωνικής Ευρώπης δεν ήταν υπό εκμετάλλευση από καθαρά “οικονομικά” μέσα, αλλά μάλλον από ένα μηχανισμό στρατιωτικών, πολιτικών, νομικών και θρησκευτικών μέσων. Με άλλα λόγια, η ιδιοποίηση συνέβαινε μετά το γεγονός, μετά από την ίδια την παραγωγή του πλεονάσματος. Η στιγμή της ιδιοποίησης δεν αντιστοιχούσε στη στιγμή της παραγωγής, η ιδιοποίηση δεν ήταν “οικονομική” όπως θα γινόταν στον καπιταλισμό. Η ίδια η παραγωγική διαδικασία, και ο χρόνος των εργασιακών πρακτικών παρέμειναν, σε σημαντικό βαθμό, υπόθεση του χωρικού ή του μάστορα. [1] Η εργασιακή διαδικασία βασιζόταν σ’ ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο καθηκόντων και σε κοινωνικά διαμεσολαβημένες διαδικασίες της φύσης, όπως εκφράζεται, για παράδειγμα, στις πολιτιστικές μορφές του γκροτέσκου ρεαλισμού. Αυτό δε σημαίνει πως η εργασία η ίδια δεν ήταν αλλοτριωμένη: πράγματι ήταν. Αλλά η εργασία και ο αλλοτριωμένος χρόνος δεν ήταν συγχωνευμένοι, όπως θα συνέβαινε στον καπιταλισμό.

Ένας καλός τρόπο για να διευκρινίσουμε τη διαφορά μεταξύ φεουδαρχικού και καπιταλιστικού χρόνου είναι να εξετάσουμε το χρόνο της μεταβατικής φάσης: τον αγροτικό καπιταλισμό. Ο αγροτικός καπιταλισμός, ως μεταβατική φάση μεταξύ φεουδαρχίας και καπιταλισμού, δεν ανταποκρινόταν στα ίδια κριτήρια χρονικότητας όπως ο βιομηχανικός καπιταλισμός, μία πλήρως ανεπτυγμένη μορφή του καπιταλισμού. [2] Η χρονικότητα του αγροτικού καπιταλισμού, απ’ όσα μας επιτρέπουν τα ιστορικά αρχεία να εικάσουμε, λειτουργούσε με έναν τρόπο που ήταν ακόμη πολύ πιο κοντά στο διαδικαστικό συγκεκριμένο χρόνο.[3] Η κύρια διαφορά που εισήγαγε ο αγροτικός καπιταλισμός ήταν η “απελευθέρωση” του εργάτη από τα μέσα παραγωγής του/της, αναγκάζοντάς τον/την να πουλήσει την εργατική του/της δύναμη στην αγορά εργασίας, και το γεγονός του ότι οι ενοικιαστές αγρότες με αυξανόμενους ρυθμούς πήραν τον έλεγχο της παραγωγής. Τέτοιες διαδικασίες αναδύθηκαν στον αγροτικό καπιταλισμό, και αργότερα θα γίνονταν κύριο τρόπο μέσω των οποίων η κοινωνική εργασία θα δομούνταν κάτω από το βιομηχανικό καπιταλισμό. Η αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις θα άνοιγε το δρόμο για αυξανόμενα άμεσο έλεγχο πάνω στην εργασιακή διαδικασία από την τάξη αυτών που την ιδιοποιούνται, ο οποίος έλεγχος θα κορυφωνόταν στο βιομηχανικό καπιταλισμό για να μην αναφέρουμε τις καπιταλιστικές μορφές ελέγχου της εργασιακής διαδικασίας όπως ο φορντισμός και ο ταιηλορισμός. Η αλλοτρίωση και η πραγμοποίηση των χρονικοτήτων θα ξετυλίγονταν με την εκβιομηχάνιση, ως καπιταλιστική αξία, ο εκμηχανισμός, ο τεχνικός καταμερισμό της εργασίας, η διεύθυνση και πειθάρχηση της εργασίας από τους εργοδότες, και η παραγωγή υπεραξίας θα γίνονταν οι κινητήριες δυνάμεις της καπιταλιστικής κοινωνίας. Για να κάνουμε τη υπόθεση ξεκάθαρη: ενώ ο αγροτικός καπιταλισμός είναι η μεταβατική φάση ανάμεσα στις φεουδαρχικές και καπιταλιστικές σχέσεις, η εξάπλωση του ωρολογιακού χρόνου στη μεσαιωνική και την πρώιμη σύγχρονη Ευρώπη, και πιο συγκεκριμένα στην Αγγλία, είναι η μεταβατική φάση που θα οδηγήσει στη συγχώνευση της αλλοτριωμένης εργασίας και του αφηρημένου χρόνου∙ είναι η μεταβατική φάση στην μπαίνουν οι βάσεις της χρονικής υποδομής του αλλοτριωμένου καπιταλιστικού χρόνου. Η καπιταλιστική αξία καταλαμβάνει την υποδομή του ωρολογιακού χρόνου όταν οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις γίνονται κυρίαρχες.





[1] Hilton1985b, Rifkin 1987 σ.104-5

[2] Αν και θα πρέπει να επισημάνουμε, πως στην ιδεολογία της “βελτίωσης”, η οποία είναι κοινωνικό προϊόν του αγροτικού πληθυσμού, ότι η ιδέα της “παραγωγικότητας”, της αύξησης της απόδοσης σε λιγότερο χρόνο και χώρο, είναι ήδη σε λειτουργία, προεικονίζοντας την ιδεολογία της αύξησης της “παραγωγικότητας” της εργασίας, η οποία συνδέεται με τη χρονική αλλοτρίωση στον καπιταλισμό.

[3] Αυτό δεν αποσκοπεί να αναπαράγει τη διάκριση μεταξύ μιας “αρχαϊκής” σχέσης με το χρόνο στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, ο οποίος θα ήταν πιο “φυσικός” σε σχέση με το σύγχρονο ή καπιταλιστικό χρόνο. Η σχέση κάποιων “αρχαϊκών πολιτισμών” με το χρόνο ήταν, σε πολλά επίπεδα, πλουσιότερη, πιο σύνθετη και εκλεπτυσμένη από αυτή στον καπιταλισμό. Η σχέση με τη φύση είναι πάντα κοινωνικά διαμεσολαβημένη, και μια ρύθμιση με βάση τις εποχές δε σημαίνει μια λιγότερο προηγμένη σχέση με το χρόνο σε σύγκριση με την καταστολή της εποχιακής χρονικότητας μέσω πρακτικών όπως η θέρμανση, ο κλιματισμός, η γενετική τροποποίηση των φυτών κ.α. “Πιο κοντά στον διαδικαστικό συγκεκριμένο χρόνο” εδώ απλώς σημαίνει πως οι εποχιακοί κύκλοι είναι κοινωνικά σχετική στις εργασιακές πρακτικές, και όχι πως η σχέση με το χρόνο στο αγροτικό καπιταλιστικό κοινωνικό πλαίσιο ήταν λιγότερη εξελιγμένη, “ουσιαστική” ή “ορθολογική”. Οι σχετικές με τη γεωργία, χρονικές πρακτικές δεν είναι “φυσικές”∙ η “γεωργία” όπως τη γνωρίζουμε είναι το αποτέλεσμα χιλιάδων ετών πρακτικών εξημέρωσης, εκτροφής και συνεχών και ασυνεχών εξελίξεων στις αγροτικές πρακτικές που είναι ενσωματωμένες στις κοινωνικές σχέσεις.

Σάββατο 30 Ιουλίου 2016

Γιώργος Σταμάτης - Τεχνολογική εξέλιξη και τάση του ποσοστού κέρδους στον Marx (1ο μέρος)

Ακόμη και σ' αυτούς, που δεν έχουν ασχοληθεί με την οικονομική θεωρία του Marx, είναι γνωστός ο μαρξικός νόμος της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρδους. Γνωρίζουν γενικά, ότι κατά τον Marx, με αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και -παρά το ταυτόχρονα αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας- μειούται το ποσοστό κέρδους. Επίσης γνωρίζουν, ότι το νόμο αυτόν ο Marx τον αναπτύσσει στον IIIο τόμο του Κεφαλαίου.

Αντιθέτως, λιγότερο γνωστό -ακόμη και σ' αυτούς που ασχολούνται συστηματικά με την οικονομική θεωρία του Marx- είναι, ότι το νόμο της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρδους τον αναπτύσσει ο Marx ως συνέπεια της -όπως την ονομάζει ο ίδιος- ειδικά καπιταλιστικής μορφής αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, δηλαδή της ειδικά καπιταλιστικής μορφής της τεχνολογικής εξέλιξης.

Η σχέση αυτή μεταξύ της μαρξικής θεωρίας για τη μορφή της τεχνολογικής εξέλιξης στον καπιταλισμό και του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους αγνοείται για τον εξής απλό λόγο: Διότι όλοι οι μελετητές νομίζουν, ότι ο Marx αναπτύσσει αυτόν τον νόμο στα κεφάλαια 13-15 του IIIου τόμου του Κεφαλαίου (όπου δεν γίνεται πλέον λόγος για την ειδικά καπιταλιστική μορφή της τεχνολογικής εξέλιξης).

Στην πραγματικότητα όμως το πράγμα έχει διαφορετικά. Στα κεφάλαια 13-15 του IIIου τόμου του Κεφαλαίου ο Marx εκθέτει απλώς το νόμο της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρδους, ως αποτέλεσμα παραγόντων, τους οποίους έχει αναπτύξει ήδη στον Iο τόμο του Κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα δηλαδή ο Marx αναπτύσσει το νόμο στον Iο τόμο, τον παρουσιάζει όμως -για λόγους που αναφέρονται στη μέθοδο παρουσίασης του επιστημονικού του αντικειμένου και συγκεκριμένα επείδη στη βαθμίδα παρουσίασης του Iου τόμου δεν είναι δυνατον να γίνει λόγος για κέρδος ως παράγωγο του κεφαλαίου και συνεπώς για ποσοστό κέρδους- στον IIIο τόμο του Κεφαλαίου.

Ο Marx αναπτύσσει το νόμο στον Iο τόμο ως συνέπεια της χρησιμοποίησης ειδικά καπιταλιστικών μεθόδων παραγωγής και της από τη χρησιμοποίηση αυτών των μεθόδων προκύπτουσας ειδικά καπιταλιστικής μορφής αύξησης της παραγωγικότητας.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά τους. Ποιό είναι το αντικείμενο του Iου τόμου του Κεφαλαίου; Είναι η ουσία της κεφαλαιακης σχέσης. Στον Iο τόμο ο Marx εκθέτει την ουσία της σχέσης μεταξύ εργατών και καπιταλιστών αντιπαρερχόμενος τις αναγκαίες και αναγκαία στρεβλές μορφές, στις οποίες υπάρχει αυτή η σχέση.

Ο Marx παντού, όπου εκθέτει την ουσία μιας κοινωνικής σχέσης, ξεκινά πάντα από την άμεσα αντιληπτή μορφή της. Ξεκινόντας από την άμεσα αντιληπτή μορφή της εν λόγο σχέση ως το άμεσα δεδομένο και συγκεκριμένο αναπαράγει στη συνέχεια, αφού προηγουμένος καταδείξει το περιεχόμενό της, τη μορφή αυτή ως το δια της οδού της νόησης αναπαραχθέν συγκεκριμένο: ως την αναγκαία και την αναγκαία στρεβλή μορφή του διαφορετικού απ' αυτή την ίδια περιεχομένου της.

Έτσι και εδώ: Ξεκινά από την άμεσα δεδομένη, συγκεκριμένη μορφή του κεφαλαίου ως χρηματικού κεφαλαίου. Στη μορφη του αυτή το κεφάλαιο υπάρχει ως το χρήμα, που ρίχνει στην κυκλοφορία ο καπιταλιστής για να πάρει απ' αυτήν περισσότερο χρήμα. Για να μπορέσει ο Marx να μιλήσει για τη χρηματική μορφή του κεφαλαίου, είναι αναγκασμένος να μιλήσει πρώτα για το χρήμα. Το χρήμα όμως είναι μορφή της αφηρημένης εργασίας, δηλαδή η μορφή της ουσίας των αξιών των εμπορευμάτων. Έτσι λοιπόν ο Marx είναι αναγκασμένος , πριν ξεκινήσει από την άμεσα δεδομένη μορφή του κεφαλαίου, δηλ. από το χρηματικό κεφάλαιο, να αναπτύξει το χρήμα ως τη μορφή της αφηρημένης εργασίας. Γι' αυτό και ο τόμος I του Κεφαλαίου αρχίζει με την ανάλυση του εμπορεύματος, δηλ. της ανταλλακτικής αξίας, και της εξέλιξης της μορφής του μέχρι τη χρηματική του μορφή.

Η θεώρηση της χρηματικής μορφής του κεφαλαίου θέτει, επειδή ακριβώς η μορφή αυτή εκφράζει στρεβλά την κεφαλαιακή σχέση, ένα αίνιγμα. Το εξής: Πως γίνεται, καίτοι η ανταλλαγή εμπορευμάτων είναι ανταλλαγή ισοδυνάμων , ο καπιταλιστής να παίρνει από την κυκλοφορία περισσότερα απ' αυτά που έριξε σ' αυτή, να αποκομίζει δηλ. κέρδος;

Για να εξηγήσει ο Marx αυτό το παράδοξο και έτσι και τη χρηματική μορφή του κεφαλαίου ως στρεβλή αλλά αναγκαία μορφή ύπαρξης της κεφαλαιακής σχέσης, προστρέχει στην ουσία αυτής της σχέσης, δηλ. στη σχέση μεταξύ καπιταλιστή και εργάτη στην άμεση διαδικασία παραγωγής και ερμηνεύει το κέρδος ως τη μορφή της υπεραξίας.

Η υπεραξία δημιουργείται κατά τον Marx στην άμεση διαδικασία παραγωγής ως η διαφορά μεταξύ αυτού, το οποίο αποφέρει στον καπιταλιστή η δι' ίδιον λογαριασμόν χρήση της εργασιακής δύναμης του εργάτη, και αυτού, το οποίο κοστίζει στον καπιταλιστή η αγορά της εν λόγω εργασιακής δύναμης, δημιουργείται δηλ. ως η διαφορά μεταξύ την νέας αξίας , που δημιουργει για τον καπιταλιστή η χρήση της εργασιακής δύναμης, και της αξίας της χρησιμοποιηθείσας εργασιακής δύναμης, που πλήρωσε ο καπιταλιστής για την αγορά της. Τα παραπάνω αναπτύσσει ο Marx στα πλαίσια της ανάλυσης της άμεσης διαδικασίας παραγωγής.

Από την ανάλυση αυτή, μας ενδιαφέρει εδώ ιδιαιτέρως το μέρος εκείνο (κεφαλαία 10 κ.ε. του τόμου I του Κεφαλαίου), στο οποίο ο Marx αναπτύσει τις τεχνολογικές προϋποθέσεις του καπιταλιστικο'υ τρόπου παραγωγής, δηλ. τις μεθόδους ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, τις τεχνικές παραγωγής του κεφαλαίου. Τις μεθόδους αυτές ονομάζει ο Marx ειδικά καπιταλιστικές μεθόδους παραγωγής και τον τρόπο παραγωγής, ο οποίος από τεχνική άποψη βασίζεται σ' αυτές τις μεθόδους, ειδικά καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Ο Marx αρχίζει την ανάπτυξή του με την παρουσίαση των μεθόδων παραγωγής της μανουφακτούρας. Η μανουφακτούρα διαφέρει από τη συντεχνιακή, χειροτεχνική παραγωγή μόνον ποσοτικά: κάθε μάστορας χρησιμοποιεί τώρα πλέον περισσότερους εργάτες (τεχνίτες και μαθητευόμενους), τα χρησιμοποιούμενα εργαλεία παραμένουν ωστόσο τα ίδια. Τόσο η συντεχνιακή χειροτεχνική παραγωγή, όσο και η παραγωγή της μανουφακτούρας διαφέρουν ποιοτικάαπό την παραγωγή του Verlagsystem, δηλ. του συστήματος των μεταπρατών (Middlemen)[1].

Τα κυριότερα αποτελέσματα της μανουφακτούρας σε σχέση με τη συντεχνιακή χειροτεχνική παραγωγή είναι τα εξής: 
  1.  Απάλειψη των διαφορών μεταξύ των ατομικών εργασιών.
  2.  Οικονομία στη χρήση του σταθερού κεφαλαίου.
  3.  Ανάπτυξη της «συνεργασίας» (Cooperation), δηλ. του ενδοεργαστηριακού καταμερισμού της εργασίας και
  4.  Άυξηση της παραγωγικότητας.
Η συνεργασία, που αναπτύσσεται με τη μανουφακτούρα, συνιστά ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε αντιδιαστολή προς προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής, όπως αυτός των συντεχνιακών μαστόρων, ή προς εμβρυακά καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής, όπως αυτοί των μικρών μη συντεχνιακών μαστόρων και των μεμονωμένων ατομικών παραγωγών, που εξαρτώνται από τον μεταπράτη (Verleger, Middleman). Είναι η πρώτη σημαντική μεταβολή, που επέρχεται στη διαδικασία εργασίας κατά την υπαγωγή της στο κεφάλαιο και αποτελεί την απαρχή της ουσιαστικής υπαγωγής της πρώτης στο τελευταίο.

Η προϋπόθεση της συνεργασίας, δηλ. η συγκέντρωση περισσότερων εργατών σ' ένα χώρο (εργαστήρι)υπό τη διεύθυνση ενός καπιταλιστή, αποτελεί την αφετηρία αυτού που ο Marx ονομάζει ειδικά καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Από την άλλη μεριά η συνεργασία έχει ως συνέπειες τη διαμόρφωση ιεραρχικών σχέσεων μεταξύ των εργατών και τη διαφοροποίηση των μισθών.

Στη μανουφακτούρα η παραγωγικότητα της εργασίας εξαρτάται από το είδος των χρησιμοποιούμενων εργαλείων και από τον τρόπο οργάνωσης της διαδικασίας εργασίας. Περισσότερο όμως από τον τρόπο οργάνωσης της διαδικασίας εργασίας: Η χαρακτηριστική μηχανή της μανουφακτούρας, γράφει ο Marx, είναι ο από πολλούς ατομικούς εργάτες συντεθειμένος εργάτης, δηλ. η συνεργασία. Μέσα αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας στη μανουφακτούρα είναι λοιπόν η οργάνωση του ενδοεργαστηριακού καταμερισμού εργασίας και, σε μικρότερο βαθμό, η διαφοροποίηση και η προσαρμογή των εργαλείων στις λειτουργίες που έχει να επιτελεσεί ο επιμέρους εργάτης.

Αφετηρία της επανάστασης στον τρόπο παραγωγής, που επέφερε η μανουφακτούρα είναι η εργασιακή δύναμη και η οργάνωση του ξοδέματός της. Αφετηρία της επανάστασης που επέφερε στον τρόπο παραγωγής η «μεγάλη βιομηχανία» με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση αυτού που ο Marx ονομάζει ειδικά καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, είναι τα μέσα παραγωγής. Το χαρακτηριστικό μέσο παραγωγής της μεγάλης βιομηχανίας είναι η μηχανή.

Ο Marx διακρίνει τρία είδη μηχανών: τις μηχανές ενέργειας, τις μηχανές μεταφοράς και μετατροπής της ενέργειας και τις εργαλειομηχανές ή εργομηχανές (Werkzeugmaschinen ή Arbeitsmaschinen)[2]. Η εργαλειομηχανή είναι αυτή που στη μεγάλη βιομηχανία επεξεργάζεται και μεταβάλλει το αντικείμενο της εργασίας, το οποίο στη μανουφακτούρα επεξεργαζόταν και μετέβαλλε ο εργάτης και τα εργαλεία του. Από την εργαλειομηχανή ξεκίνησε τον 18ο αιώνα η βιομηχανική επανάσταση, η οποία διαμόρφωσε τον ειδικά καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, έναν τρόπο παραγωγής, ο οποίος δεν βασίζεται απλώς και μόνο στη μισθωτή εργασία αλλά επίσης και στη χρησιμοποίηση μηχανών και σε έναν ορισμένο τρόπο οργάνωσης της εργασίας στο εργαστήρι ή στο εργοστάσιο, ο οποίος, βασιζόμενος στη χρησιμοποίηση μηχανών και σε μια αντίστοιχη οργάνωση της εργασίας , συνεπάγεται την ουσιαστική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο.
  
Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με τις μεταβολές στην οργάνωση της διαδικασίας εργασίας που επέφερε η εργαλειομηχανή. Αυτά που μας ενδιαφέρουν είναι τα εξής δύο: Πρώτον: Οι μέθοδοι παραγωγής της μεγάλης βιομηχανίας είναι κατά τον Marx, οι κατ' εξοχήν καπιταλιστικές μέθοδοι παραγωγής. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής χαρακτηρίζεται από τη χρήση αυτών των μεθόδων. Γι' αυτό και ο Marx -για να τον διακρίνει από τις προηγούμενες εμβρυακές μορφές του, δηλ. από τον τρόπο παραγωγής των μικρών μαστόρων, των εξαρτώμενων από τον μεταπράτη ατομικών παραγωγών και της μανουφακτούρας, οι οποίες χαρακτηρίζονται από την έλλειψη ουσιαστικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο ή και από την απουσία μηχανών- τον ονομάζει ειδικά καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αξιοπρόσεκτο είναι εδώ το «τεχνικο» στοιχείο ως προσδιορισμός του τρόπου παραγωγής και ειδικότερα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής κατά τον Marx. Δεύτερον: Η σχέση μεταξύ της χρησιμοποίησης των ειδικά καπιταλιστικών μεθόδων παραγωγής και του βαθμού αξιοποίησης του κεφαλαίου, δηλ. του ποσοστού κέρδους. Στη συνέχεια θα πραγματευτούμε διεξοδικότερα το δεύτερο από τα δύο αυτά σημεία.

*Γιώργος Σταμάτης, καθηγητής Οικονομικής θεωρίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπου και δίδαξε στο διάστημα 1979-2008.

**Οι υπογραμμίσεις σε bold, είναι του ιστολογίου.

___________________________________

Σημειώσεις:

1. Καμία σχέση με τον καπιταλιστικό αυτό τρόπο παραγωγής, ο οποίος βασίζεται σε μια αποκλειστικά τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, δεν έχουν τα όσα θρυλεί ένα μέρος της σύγχρονης αριστερής ιστοριογραφίας περί σύγχρονου ελληνικού μεταπρατικού καπιταλισμού. Η μόνη σχέση μεταξύ των δύο είναι η εξής: τα περί σύγχρονου ελληνικού μεταπρατικού καπιταλισμού θρυλούμενα είναι μια αναχρονιστική και -ως αγνοούσα τόσο τις πηγές της όσο και τον ίδιο το χαρακτήρα της- άκριτη έκδοση της κατά των middlemen στρεφόμενης ιδεολογίας της μανουφακτούρας και της ανερχόμενης «μεγάλης βιομηχανίας» (που άνθισε στην Αγγλία γύρω στα 1830 με κύριο εκπρόσωπό της τον Thomas Ηodgsins) ως συνεπούς αριστερής ερμηνείας του χαρακτήρα του συγχρονού καπιταλισμού στη χώρα μας.

2. Ο όρος εργαλειομηχανή (Werkzeugmaschine) σημαίνει σήμερα τη μηχανή που παράγει άλλες μηχανές.

 

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Daniel Bensaid - Περατό και μη περατό παίγνιο




Πραγματευόμενος την έννοια της εκμετάλλευσης κι έπειτα από μια σχολιαστική απαρίθμηση των εμφανίσεων του όρου στα κείμενα, ο Γιόν Έλστερ συμπεραίνει:
Όλα αυτά τα χωρία μαζί αναφέρουν κάπου δεκαπέντε ομάδες που παρουσιάζονται ως τάξεις στους διάφορους τρόπους παραγωγής: γραφειοκράτης και θεοκράτης στον ασιατικό τρόπο παραγωγής· δούλος και πληβείος στο δουλοκτητικό σύστημα· βιομηχανικός καπιταλιστής, χρηματιστής, γαιοκτήμονας, αγρότης, μικροαστός και μισθωτός στον καπιταλισμό. Πρέπει συνεπώς να επεξεργαστούμε έναν ορισμό συμβατό και με αυτή την απαρίθμηση και με τους θεωρητικούς περιορισμούς που συναρτώνται με την έννοια τάξη. Ειδικότερα, πρέπει να ορίσουμε τις τάξεις κατά τρόπο που να μπορούν να είναι τουλάχιστον δυνάμει συλλογικοί δρώντες. Ομοίως, τα συμφέροντα τους ως συλλογικοί δρώντες πρέπει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να απορρέουν από την οικονομική τους κατάσταση. Πρόκειται για γενικούς περιορισμούς, που όμως επιτρέπουν τουλάχιστον να αποκλείσουμε ορισμένες προτάσεις. Οι ομάδες εισοδημάτων δεν είναι τάξεις, ούτε οι ομάδες που προσδιορίζονται με εθνικά, θρησκευτικά, ή γλωσσικά κριτήρια.1
 Θεωρεί ότι η σχέση ιδιοκτησίας (ή μη ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής), όπως και η σχέση εκμετάλλευσης, είναι πολύ χοντροκομμένα κριτήρια για τον προσδιορισμό των τάξεων:
Αν θέλουμε να έχει η έννοια τάξη νόημα σε σχέση με την κοινωνική πάλη και τη συλλογική δράση, δεν πρέπει να την ορίσουμε με όρους εκμετάλλευσης, αφού κανένας δεν ξέρει ακριβώς πού να βάλει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους.
          Από την άλλη,
ο ορισμός των τάξεων με όρους καταπίεσης και υποδούλωσης παρέχει μεγάλη θέση  στις συμπεριφορές και ταυτόχρονα είναι ανεπαρκώς δομικός.


O Έλστερ προτείνει συνεπώς έναν γενικό ορισμό των τάξεων με όρους εφοδίων και συμπεριφορών: "Σε αυτά τα εφόδια περιλαμβάνονται τα υλικά αγαθά, τα άυλα χαρίσματα και τα πιο σταθερά μορφωτικά χαρακτηριστικά. Μεταξύ των συμπεριφορών πρέπει να αναφέρουμε το αν εργάζεται κάποιος ή δεν εργάζεται, αν δανείζει ή δανείζεται κεφάλαια, αν καλλιεργεί νοικιασμένη γη ή αν κατέχει γη και την παραχωρεί έναντι ενοικίου, αν δίνει ή αν παίρνει εντολές στο πλαίσιο της διαχείρισης νομικού προσώπου. Αυτές οι απαριθμήσεις φιλοδοξούν να είναι πλήρεις: μια τάξη είναι μια ομάδα ατόμων που, λόγων των εφοδίων που διαθέτουν, είναι υποχρεωμένα να επιδίδονται στις ίδιες δραστηριότητες, αν θέλουν να χρησιμοποιήσουν όσο το δυνατόν καλύτερα τα εν λόγω εφόδια. Πιστεύω ότι αυτός ο ορισμός είναι πέρα για πέρα ικανοποιητικός από εκτατική και και θεωρητική άποψη, αλλά λιγάκι ελλιπής από την άποψη της μεθοδολογίας. Η αποδοχή μεταβλητών αντικειμενικών ρόλων είναι αδυναμία, όπως και η αποδοχή μυ υλικών εφοδίων. Κι επιπλέον, βέβαια, ο ορισμός που επεξεργαστήκαμε έτσι μπορεί να αποδειχθεί τελικά λιγότερο χρήσιμος για την εξήγηση των κοινωνικών συγκρούσεων απ' ό,τι ήλπιζε ο Μάρξ".



Αυτός ο ορισμός των τάξεων υπακούει στον ορθολογικό κανόνα της βέλτιστης χρήσης των εφοδίων. Ο Έλστερ αναγνωρίζει ότι είναι συζητήσιμη η αναγωγή της πάλης των τάξεων σε ένα παιχνίδι όπου τα χαρτιά έχουν μοιραστεί στην αρχή της παρτίδας με βάση "άυλα εφόδια". Θα ήταν πιο συνετό να διευκρινιστεί η αναλογία: πρόκειται για περατό ή για μη περατό παιχνίδι; Ένα περατό παιχνίδι έχει μια συγκεκριμένη αρχή κι ένα συγκεκριμένο τέλος. Παίζεται με συμφωνημένους κανόνες εντός προσδιορισμένων χωρικών και χρονικών ορίων. Τελειώνει με μια αποφασιστική κίνηση που ούτε στέφεται με νίκη ή έπαθλο. Το μη περατό παιχνίδι, αντίθετα, δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Δεν έχει ούτε χωρικά ούτε χρονικά όρια. Η κάθε παρτίδα του "ανοίγει έναν νέο χρονικό ορίζοντα". Οι κανόνες του μπορούν να μεταβάλλονται ενόσω παίζεται. Δεν τελειώνει με τη νίκη ή με την ήττα, αλλά αναζωπυρώνεται από το γεγονός - αέναη γέννηση και αιώνια επανέναρξη- που ανοίγει ένα νέο πεδίο δυνατοτήτων. Η διαφορά είναι τεράστια.


Το περατό παιχνίδι μπορεί να χρησιμεύσει σαν πρότυπο στους λόγους περί τέλους της ιστορίας. Καταδικασμένο σε μια κατάληξη, επιτρέπει την ορθολογικοποίηση του παρελθόντος με βάση το παρόν, "να επανεξετάσουμε εκ των υστέρων το δρόμο που διανύθηκε ως τη νίκη". Δοξάζει έτσι το θρίαμβο του παρελθόντος επί του μέλλοντος. Η στρατηγική πρόβλεψη περιορίζεται τότε σε μια προκαταβολική εξήγηση που ακυρώνει κάθε μετέπειτα έρευνα. Το μη περατό παιχνίδι αποφεύγει αντιθέτως τη διάγνωση του αποτελέσματος και κρατάει το μέλλον ανοιχτό. Ο παίκτης του "αποδέχεται τη δυνατότητα" και συνεχίζει να παίζει με "την ελπίδα ότι θα εκπλαγεί". Σε κάθε έκπληξη το παρελθόν αποκαλύπτει μια νέα αρχή: "Στο βαθμό που το μέλλον είναι πάντα έκπληξη, το παρελθόν είναι πάντα αλλαγή". Δεν τίθεται πλέον ζήτημα να προπονείσαι επαναλαμβάνοντας μια γνωστή κίνηση για να τη μάθεις, αλλά να είσαι έτοιμος για την εφεύρεση που ξαναπαίζει στο μέλλον ένα ανολοκλήρωτο παρελθόν. Τείνοντας προς αυτόν τον άπιαστο ορίζοντα, ο παίκτης του απείρου δεν δαπανά χρόνο · δημιουργεί το χρόνο. Κάθε στιγμή είναι "αρχή ενός γεγονότος", ξεκίνημα προς το μέλλον, "που είναι το ίδιο φορτισμένο με μέλλον". Ενώ ο παίκτης του περατού αρκείται στην ανακεφαλαίωση μιας γνώσης σύμφωνα με την οποία οι ίδιες αιτίες παράγουν σίγουρα τα ίδια αποτελέσματα, ο παίκτης του απείρου επιδίδεται στην ιστόρηση που μας "καλεί να ξαναστοχαστούμε ό,τι νομίζαμε ότι γνωρίζαμε".

Η πάλη των τάξεων θα παρέπεμπε μάλλον στο μη περατό παιχνίδι: χωρίς αρχή, χωρίς όρια, χωρίς τέλος της παρτίδας. Και χωρίς διαιτητή για να σφυρίξει την έναρξη, να επιβλέπει για την τήρηρη των κανόνων και να στέφει τον νικητή. Η τελευταία λέξη δεν λέγεται ποτέ. Το παιχνίδι, όπως και το θέαμα, πρέπει να συνεχιστεί. Οι μνήμες φορτώνονται με την εμπειρία όλων των αποτυχημένων και επιτυχημένων κινήσεων των προηγούμενων παρτίδων. Μέχρι εξαντλήσεων, μέσα στην ομίχλη του ορίζοντα, όπου μια απίθανη μεσσιανική έκρηξη θα ξανάδινε το προσωρινό νόημα της πορείας που διανύθηκε.


"Πως να φυλάξουμε όλα τα περατά παιχνίδια μας μέσα σε ένα μη περατό παιχνίδι;"

Πως να αντισταθούμε στην αδιαφορία για το μηδαμινό κέρδος της παρτίδας και, ταυτόχρονα στη όχι λιγότερο μηδαμινή ψευδαίσθηση της νίκης; Πως να αγωνιστούμε, όχι για να επιβεβαιώσουμε το νόημα της ιστορίας, αλλά για ν'αλλάξουμε τις δυνατότητες ωθώντας ολοένα και μακρύτερα τα όρια του παιχνιδιού; Η απάντηση βρίσκεται πιθανώς στην πολιτική, που είναι η "τέχνη του εφικτού", όχι με την πεζή έννοια που της έδινε ο Μπίσμαρκ, αλλά με την έννοια της εγερτήριας στρατηγικής, ικανής να διακόψει την καταστροφική ακολουθία του μηχανικού χρόνου.

Όπως το μη περατό παιχνίδι, η πάλη των τάξεων δεν γνωρίζει παρά μόνο προσωρινές νίκες (και προσωρινούς συμβιβασμούς). Αλλά η σύγκριση έχει τα όρια της. Η θεωρία των παιγνίων έχει αρχή της ότι "κανένας δεν μπορεί να παίξει αν εξαναγκαστεί να παίξει" και ότι "όποιος είναι υποχρεωμένος να παίξει δεν μπορεί να παίξει". Ο Έλστερ αντιλαμβάνεται το πρόβλημα όταν ζητάει συγγνώμη που αποδέχτηκε "μεταβλητούς αντικειμενικούς ρόλους και άυλα εφόδια". Ατομικά μπορούμε πάντα να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε παιχνίδι, να αλλάξουμε δεδομένα, περνώντας από μια τάξη σε άλλη. Στις σύγχρονες κοινωνίες η κοινωνική κινητικότητα επιτρέπει αυτές τις μεταπηδήσεις και τις προαγωγές. Μέσα σε ορισμένα όρια, το άτομο μπορεί έτσι να έχει την αυταπάτη ότι επιλέγει την τάξη του, τα χαρτιά του και τη θέση του γύρω από τη τσόχα. Οι παραδειγματικές επιτυχίες συντηρούν το μύθο αυτής της ελευθερίας. Συλλογικά οι ρόλοι δεν παύουν να διανέμονται και να διαιωνίζονται σταθερά από την κοινωνική αναπαραγωγή.

Η πάλη δεν είναι παιχνίδι είναι σύγκρουση.

Ο καταπιεσμένος είναι καταδικασμένος να αντισταθεί, αν δε θέλει απλώς να συντριβεί. Η ζωτική ανάγκη να παλέψει απαγορεύει κάθε μοντέλο υπό τη μορφή παιγνίου. Χωρίς αρχή ή τέλος, αυτή η σύγκρουση είναι μια ανελέητη πάλη σώμα με σώμα, της οποίας οι κανόνες ποικίλουν ανάλογα με τη δύναμη.


Πηγή: Daniel Bensaid, Ο Μάρξ της Εποχής μας, σ. 165-8, Εκδόσεις Τόπος



1  Jon Elster, Karl Marx, une interprétation analytique, ό.π., σελ. 435. Ο Έλστερ εκτιμά ότι δεν είναι πλέον "δυνατό σήμερα, ηθικά ή πνευματικά, να είναι κάποιος μαρξιστής με την παραδοσιακή έννοια". Η κρίση παραείναι κάθετη για να μην κρύβει παγίδες. Αν εννοεί λέγοντας μαρξιστής "με την παραδοσιακή έννοια" τον τύπο πολιτικής και θεωρητικής στάσης του οποίου υπήρξαν φορείς τα κόμματα του "ορθόδοξου μαρξισμού", σοσιαλδημοκρατικά ή σταλινικά, θα συμφωνήσουμε χωρίς δυσκολία ότι δεν είναι πλέον δυνατό να είναι κάποιος, ηθικά ή πνευματικά, μαρξιστής κατ'αυτόν τον τρόπο. Αμφισβητούμε όμως την άποψη ότι αυτό χρονολογείται από σήμερα ή από χθες. Αυτό που ήταν εδώ και πολύ καιρό αδύνατο να έχει γίνει απλώς ανείπωτο. Η σημερινή εγκατάλειψη του παραδοσιακού μαρξισμού από τον Έλστερ παρουσιάζεται σαν ένας εναλλακτικός μαρξισμός, μη παραδοσιακός, σαν "αναλυτικός μαρξισμός". Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για κατεδάφιση, πλαγίως όχι λιγότερο συστηματικά της θεωρίας του Μαρξ

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

Henri Lefebvre - Ένας απολογισμός για το έργο του Μαρξ (μέρος β)

Εδώ το πρώτο μέρος: https://maxylismos.blogspot.gr/2016/06/henri-lefebvre-1984.html

Πηγή: http://www.filomantis.gr/epiloges/thematika/enas-apologismos-gia-to-ergo-tou-marx.html


Τολμώ να επιμείνω σε αυτές τις έννοιες που έκαναν μερικούς να πουν, στη Γαλλία και αλλού, ότι δεν ήμουν πλέον «μαρξιστής». Ορθώνομαι ενάντια σε αυτόν τον ισχυρισμό. Το να σκέφτεσαι υπό την επίδραση του Μαρξ, το να εμβαθύνεις τις έννοιες και τη σύλληψή του, το να τις χρησιμοποιείς σαν εργαλεία για να κατανοήσεις τη νεωτερικότητα και για να θέσεις τα προβλήματά της, είναι τάχα ασύμβατο με τον μαρξισμό; Το μόνο βέβαιο είναι πως είναι ασύμβατο με τον μαρξιστικό δογματισμό. Μέσα σ' ατέλειωτες διαμάχες των οποίων η ανάμνηση δεν έχει σβήσει εντελώς, κάθε τι που δεν ήταν αυστηρά δογματικό λογαριαζόταν για ρεβιζιονισμός και κάθε τι που δεν ήταν ρεβιζιονιστικό αντιμετωπιζόταν σαν δογματισμός. Αυτοί οι δύο όροι είχαν γίνει ένα είδος τελετουργικής βρισιάς που πετιόταν κατά πρόσωπο, πιστεύοντας ότι έτσι σχηματίζουν δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Τέτοιες διαμάχες αποτελούν μέρος της επίδρασης της σκέψης του Μαρξ καθώς επίσης και της ιστορίας της. Δεν συνέβαλαν στη γονιμότητά της. Οδηγούμαστε σήμερα να θέσουμε ορισμένα ζητήματα σε ό,τι αφορά τον ρόλο του Λένιν και του λενινισμού σε αυτές τις αντιδικίες και κυρίως για τον τόνο τους. Η εξέταση αυτής της πλευράς της μαρξιστικής επίδρασης θα έπαιρνε πολύ εδώ, αν και δεν είναι εκτός θέματος. Σε ό,τι με αφορά αρνήθηκα πάντοτε, να αφήνομαι σε εγκλωβισμούς στο εναλλακτικό δίπολο «δογματισμός»-«ρεβιζιονισμός», δίπολο που σήμερα είναι λιγάκι πεπαλαιωμένο. Απ' την άλλη, αποκρούω την ονομασία που ακούγεται τόσο συχνά «μαρξισμός-λενινισμός» και δηλώνω ότι είμαι πολύ περισσότερο μαρξιστής παρά λενινιστής. Σκέφτομαι και επιβεβαιώνω ότι το έργο του Μαρξ πρέπει να παραμείνει για εμάς και για την εποχή μας μια σταθερή αναφορά, ένα σημείο αφετηρίας - κι όχι σημείο αφίξεως. Πρέπει επίσης να περάσει από μία άγρυπνη και  αδιάκοπη κριτική. Όσο για τον Λένιν και τον λενινισμό, οφείλω να αναγνωρίσω ότι ίσως πρέπει να κάνω εδώ μια κάποια αυτοκριτική. Μια εποχή και παρά τις πολλές προφυλάξεις, ορισμένα κείμενα πάνω στον Λένιν και τον λενινισμό[7] δεν ξέφυγαν από κάποιον δογματισμό. Αλλά πώς να ξεφύγεις εντελώς από την εποχή σου;

Ακόμη και από μεθοδολογική άποψη, θα υπήρχε σήμερα χώρος για να εξεταστεί από κοντά η σκέψη του Μαρξ και να αναπτυχθεί ενόσω συμπληρώνεται. Ό,τι έχουν γράψει ο Μαρξ και ο Ένγκελς για τη διαλεκτική δεν δείχνει να είναι πάντα σαφές και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Ούτε ό,τι έχουν γράψει για τη λογική. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η λογική έχει σημειώσει μεγάλες προόδους τόσο θεωρητικές όσο και πρακτικές. Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η λογική έχει γίνει λειτουργική-αποτελεσματική, που σημαίνει ότι μπαίνει στην κοινωνική πρακτική· κι αυτό ολοένα και περισσότερο με τις εφαρμογές της που πάνε από την οργάνωση της παραγωγικής εργασίας μέχρι τη στρατιωτική και πολιτική χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Πώς να μην επανεξετάσουμε τις σχέσεις της λογικής και της διαλεκτικής;[8] Ακόμη κι αν μένει κανείς προσηλωμένος στην τελευταία, ακόμη κι αν συνεχίζει να αποκαλύπτει με την έννοια του Χέγκελ και του Μαρξ το «έργο του αρνητικού» (κι αυτό, κατά τη διάρκεια αυτού που ονομάζουμε «κρίση»), μια καινούργια προβληματική αναδύεται από τις σχέσεις λογικής και διαλεκτικής.


Για να γίνω σαφέστερος, ας σκεφτούμε τις σχέσεις ανάμεσα σε δομή και συγκυρία. Η έννοια της δομής υπάρχει αναντίρρητα στον Μαρξ και μάλιστα σε ένα κείμενο τόσο πολυαναφερμένο που έχει μπει εδώ και καιρό σε αυτό που κάποιοι (με μία ακαταδεξία λιγάκι υπερβολική) αποκαλούν Αγία Γραφή του μαρξισμού: «Μέσα στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι έρχονται σε σχέσεις που είναι καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους, σχέσεις παραγωγής που ανταποκρίνονται σε έναν καθορισμένο βαθμό ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Το σύνολο αυτών των σχέσεων παραγωγής συγκροτεί την οικονομική δομή της κοινωνίας, τη συγκεκριμένη βάση...» κ.λπ. Όσο για τον όρο συγκυρία, εμφανίζεται ελάχιστα μέσα στο έργο του Μαρξ και η έννοια μένει εκεί αδιευκρίνιστη. Υπάρχουν ωστόσο έργα του Μαρξ που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αλλιώς παρά μελέτες της συγκυρίας. Θα αναφέρω σαν παράδειγμα την 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη. Αυτό το βιβλίο περιέχει μία αξιοθαύμαστη ανάλυση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας, της Γαλλίας πριν το πραξικόπημα με το οποίο ο Ναπολέων ο Γ΄ πήρε την εξουσία. Αυτή η ανάλυση κάθε άλλο παρά ανάγει την γαλλική κοινωνία στη δομική αντίθεση της αστικής τάξης και του προλεταριάτου, του κεφαλαίου και της εργασίας. Πολλές τάξεις και ταξικές μερίδες εμφανίζονται στην ανάλυση, ιδίως σε ό,τι αφορά τους αγρότες. Πρόκειται για ένα έργο που είναι συγκεκριμένο και ταυτόχρονα έργο πολεμικής. Συχνά το ταξινομούν στα ιστορικά ή πολιτικά έργα του Μαρξ, έξω από τα οικονομικά έργα. Με τρόπον ώστε ξεθώριαζε η συγκρου­σιακή σχέση ανάμεσα στη δομή και τη συγκυρία, ενώ κι η μεθοδολογία παρέμενε ατελής. Αυτό το είδος διαχωρισμού ανάμεσα στα έργα στάθηκε εντελώς επιζήμιο και βλαπτικό για την επίδραση του Μαρξ· το ίδιο ισχύει για τον διαχωρισμό ανάμεσα στα έργα της νεότητας κι εκείνα της ωριμότητας, ανάμεσα στα φιλοσοφικά και τα οικονομικά έργα. Δεν πρέπει να θεωρούμε τη σκέψη του Μαρξ σαν ένα σύστημα αλλά εξίσου δεν πρέπει να την εκλαμβάνουμε σαν ένα απλό άθροισμα ξεκομμένων σκέψεων πάνω στο οικονομικό, το κοινωνικό το πολιτικό. Πρέπει να τη βλέπουμε σαν μία συγκρουσιακή ενότητα, εν τω γίγνεσθαι, σε σχέση με όλη την εποχή της. Παραλίγο να ξεχάσω να αναφέρω ότι Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη περιέχει μια από τις ελάχιστες συγκεκριμένες αναλύσεις που άφησε ο Μαρξ για το κράτος, για την πολιτική δράση και για τη θέση τους στην κοινωνία.

Στο σημείο αυτό, θα είχε ενδιαφέρον να ξαναπιάσουμε αυτά που έχει πει ο Μαρξ για το παγκόσμιο. Δεν αγνόησε την παγκοσμιότητα, ούτε το παγκόσμιο πεπρωμένο του εμπορεύματος. Έθεσε τις βάσεις μιας κριτικής ανάλυσης του κόσμου του εμπορεύματος και της ανταλλαγής, της λογικής του και της γλώσσας του, των δικτύων και των αλυσίδων ισοδυναμιών, της δυνάμει επέκτασής του σε όλο τον πλανήτη. Υπολόγιζε σε αυτή την επέκταση προκειμένου αυτή να απαλύνει ή και να σαρώσει τους διαχωρισμούς των συνόρων ανάμεσα στις χώρες. Από την άλλη, δεν θα χρειαζόταν να επιμείνουμε στο γεγονός ότι ο Μαρξ γνώρισε καλά την παγκόσμια αγορά μόνο στην πρώτη της φάση: τη φάση της πρωταρχικής συσσώρευσης και της εξάπλωσης του εμπορικού καπιταλισμού. Πρέπει λοιπόν να το θυμίσουμε; Ορισμένες χώρες πλουτίζουν ανακατεύοντας επιδέξια τη λεηλασία και το εμπόριο. Είδαμε, κι αποτελεί αυτό μία σημαντική πλευρά της ιστορίας, το κέντρο δραστηριότητας να περνάει από τη Μεσόγειο στον Ατλαντικό Ωκεανό. Είδαμε, τέλος, να δημιουργούνται μεγάλες αποικιακές αυτοκρατορίες: ισπανική, πορτογαλική, ολλανδική, γαλλική και αγγλική. Το εμπόριο τότε ήταν κυρίως η ανταλλαγή εμπορευμάτων, δηλαδή φυσικών και βιοτεχνικών προϊόντων. Όλα αυτά τα γεγονότα, που έχουν επιβεβαιωθεί εδώ και έναν αιώνα από τους ιστορικούς, βρίσκονται τουλάχιστον σαν επισημάνσεις μέσα στο Κεφάλαιο και μέσα στα οικονομικά έργα του Μαρξ. Μα αυτός δεν μπορούσε τίποτε άλλο παρά να προαισθανθεί τη δεύτερη φάση της παγκοσμιότητας και της παγκόσμιας αγοράς, μεταγενέστερη από τη συγκρότηση του βιομηχανικού καπιταλισμού και συνδεδεμένη με την εκδίπλωση αυτού του καπιταλισμού. Δεν θα χρειαζόταν να επιμείνουμε ιδιαίτερα στην πολύ υψηλή συνθετότητα σήμερα του παγκόσμιου, στη διαπλοκή των αντιφάσεων, στην πλανητική προβληματική που τίθεται και που κάνει τον ίδιο τον «Άνθρωπο» διακύβευμα μιας τρομακτικής παρτίδας.

Η παγκόσμια αγορά; Δεν ανάγεται πλέον στην ανταλλαγή των εμπορευμάτων. Περιλαμβάνει την αγορά και την ανταλλαγή κεφαλαίων, φαιάς ουσίας και τεχνικών, εργατικών χεριών, ενέργειας, χώρου και χρόνου, έργων τέχνης κ.λπ... Οι κατηγορίες και οι έννοιες που άφησε ο Μαρξ οφείλουν να επανεξεταστούν προκειμένου να καταφέρουμε να γνωρίσουμε αυτή την εξαιρετική συνθετότητα, αυτά τα κύματα προϊόντων και σημείων. Επιβεβαιώνω ότι πρέπει να ξεκινάμε από τον Μαρξ και όχι να παραμένουμε σε αυτόν, κυρίως εάν θέλουμε να καθορίσουμε μία στρατηγική που να μπορεί να ανοίξει ένα δρόμο μέσα στη διαπλοκή των αντιφάσεων και να προσανατολίσει τη δράση προς στόχους εφικτούς και συνάμα επιθυμητούς. Στις γιουγκοσλάβικες εκδόσεις έχω βρει πολλά στοιχεία μιας τέτοιας αναζήτησης, που χρησιμοποιούν το μαρξιστικό κεκτημένο για να το άρουν στο ύψος των παγκόσμιων περιστάσεων. Δεν πιστεύω ότι αυτή η έρευνα έχει τελειώσει. Κάθε άλλο, ιδίως σε ό,τι αφορά τη Γαλλία, όπου η απουσία μιας γνώσης της σύγχρονης παγκοσμιότητας δίνει έδαφος απ' τη μια στον πολιτικό εμπειρισμό και πραγματισμό, κι απ' την άλλη στην απελπισία ή στις άφρονες ελπίδες. Η έννοια της παγκοσμιότητας και η προβληματική του πλανητικού ανθρώπου απέχουν πολύ από το να έχουν εξαντληθεί.


Όποιος εξερευνά σε βάθος την παγκοσμιότητα διαπιστώνει ότι αυτή δεν είναι αποτέλεσμα μόνο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της εκδίπλωσής του σε ανοικτή ή όχι σύγκρουση με τον σοσιαλισμό. Κι ο μαρξισμός, σαν θεωρία, παγκοσμιοποιή­θηκε επίσης. Η σκέψη του Μαρξ άσκησε επιρροή όχι μόνο με άμεσο τρόπο αλλά και έμμεσα, διαμέσου των αντιθέσεων που υποκίνησε αλλά και των ενσωματώσεων. Η επίδραση του μαρξισμού ασκήθηκε διαμέσου των αγροτικών ζητημάτων και των αγροτικών μεταρρυθμίσεων καθώς και διαμέσου των εργατικών κινημάτων και των προλεταριακών επαναστάσεων. Χωρίς τον Μαρξ δεν θα είχε υπάρξει ο Κέυνς, θεωρητικός του νεοκαπιταλισμού, ούτε ο Σούμπετερ, θεωρητικός της δημοκρατίας και της μεγέθυνσης. Η θεωρία των κρατικών παρεμβάσεων, του οικονομικού εξορθολογισμού, και της σχεδιοποίησης, γεννήθηκε από τον Μαρξ, από τη μαρξιστική σκέψη και από την κριτική της στον φιλελευθερισμό. Έστρεψαν αυτή τη θεωρία ενάντια στον μαρξισμό αλλά προέρχεται από αυτόν. Αυτές οι ενσωματώσεις αποτελούν μέρος της επίδρασης. Κι είναι με αυτόν τον τρόπο που η παγκοσμιοποίηση, θεωρούμενη σαν ολότητα μέσα στον σύγχρονο κόσμο, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς να ληφθεί υπ' όψη ο Μαρξ. Η ποικιλία των σχολών και των τάσεων που πηγάζουν από τον Μαρξ πρέπει εξίσου να συνυπολογιστεί. Σε ό,τι με αφορά, διεκδικώ ορισμένα ειδικά χαρακτηριστικά της μαρξιστικής σκέψης έτσι όπως αναπτύχθηκε στη Γαλλία, σε συνάρτηση με την πάλη για τη δημοκρατία, αλλά και σε συνάρτηση με τις φιλοσοφικές και λογοτεχνικές παραδόσεις της Γαλλίας. Λέγοντας ειδικά χαρακτηριστικά και παραδόσεις δεν εννοώ μόνο την καρτεσιανή κληρονομιά αλλά και τον ρομαντισμό, ακόμη και τον σουρεαλισμό. Χωρίς αυτές τις κληρονομιές, ο μαρξισμός στη Γαλλία δεν θα ήταν αυτό που υπήρξε και αυτό που είναι. Η τάση στην οποία ανήκω επικαλείται τη γραμμή που από τον Ραμπελαί φτάνει στις μέρες μας, περνώντας από τον Ντιντερό, τον αριστερό ρομαντισμό, την εξέγερση του Ρεμπώ και τον σουρεαλισμό, εκείνον του Αραγκόν και του Μπρετόν. Αυτή η τάση προχωράει στη ριζική κριτική της υπάρχουσας κοινωνίας· δεν δίστασε μπροστά στην αμφισβήτηση· διακλαδώνεται σε διάφορες τάσεις· τη θεσμική ανάλυση[9], την αυτοδιαχειριστική κριτική της καπιταλιστικής διαχείρισης, κ.λπ... Η άλλη τάση, με πιο επιστημονική περπατησιά, μάλλον συνδέεται περισσότερο με τον θετικισμό, και διαμέσου αυτού με τη φιλοσοφία των επιστημών, που κι αυτή πηγάζει από την καρτεσιανή σχολή. Χρειάζεται να επιμείνουμε πάνω σε αυτή τη διάσπαση της μαρξιστικής σκέψης που προξένησε πολεμικές στη Γαλλία; Ναι, διότι αυτή η ποικιλία, μαζί με τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις που υποκινεί, αποτελεί επίσης μέρος της επίδρασης του Μαρξ, και του πλούτου του. Εξίσου, μέσα στη σκέψη και στις αναζητήσεις που συνδέονται με τον Μαρξ στην Ιταλία, είμαι έτοιμος να υποστηρίξω ότι υπάρχουν ιταλικά ειδικά χαρακτηριστικά και τάσεις που προσιδιάζουν σε αυτή τη χώρα. Ο ιταλικός μαρξισμός μού φαίνεται πολύ πιο ιστορικιστικός από τον γαλλικό μαρξισμό που παίρνει ίσως αποστάσεις σε σχέση με τη στενή ερμηνεία του ιστορικού υλισμού αλλά ενόσω διαλεκτικοποιεί τη σύλληψη του γίγνεσθαι αντί να επιμένει πάνω στις οικονομικές και ιστορικές συνθήκες.

Δίχως αμφιβολία υπάρχουν ειδικά γνωρίσματα του μαρξισμού στη Σοβιετική Ένωση. Αυτή η χώρα, που είχε πολύ μεγάλους συγγραφείς και πολύ μεγάλους καλλιτέχνες, δεν είχε ποτέ μεγάλους φιλοσόφους, ούτε μεγάλη φιλοσοφική παράδοση. Άραγε ό,τι φαίνεται σε εμάς σαν ανυπόφορος δογματισμός, να φαίνεται σε αυτούς διαφορετικά ίσως, σαν θεμελίωση μίας φιλοσοφίας; ...

Θέλω να τονίσω με κάθε επιμονή αυτά τα ειδικά χαρακτηριστικά. Το να τα αναγνωρίσουμε οδηγεί στο να αποδεχτούμε τις διαφορές μέσα στο εσωτερικό της σκέψης του Μαρξ και να βάλουμε τέλος σε διατυπώσεις του τύπου «Εσύ δεν είσαι μαρξιστής ενώ εγώ είμαι...». Η λογική, καθώς και η προβληματική που αυτή θέτει, αποτελεί μέρος της δικής μας φιλοσοφικής παράδοσης· φαίνεται ότι η σκέψη της Ανατολής δεν γνωρίζει τα προβλήματα της λογικής ή τουλάχιστον δεν τα θέτει με τους ίδιους όρους με εμάς. Ανάμεσα στα ειδικά χαρακτηριστικά πρέπει να επισημάνουμε εκείνα της Γερμανικής Σχολής, που ονομάζεται Σχολή της Φρανκφούρτης, με την οποία συνδέουν συχνά τον Λούκατς. Είναι πιθανά οι μόνοι που έχουν ασχοληθεί με ανανεωτική τόλμη με την Αισθητική. Οι επισημάνσεις σχετικά με την τέχνη δεν λείπουν στις άλλες χώρες ούτε οι σκέψεις σχετικά με μία ενδεχόμενη επιστήμη της λογοτεχνίας, της ποίησης, του μυθιστορήματος. Αλλά η γερμανική σχολή είναι η μόνη που είδε το ζήτημα της κατασκευής μιας αισθητικής θεωρίας εξηγώντας όλες τις δημιουργίες από την αρχαιότητα και μετά. Ό,τι κι αν σκέφτεται κανείς για τον Αντόρνο ή για τον Μπέντζαμιν, ακόμη κι αν είναι πολέμιος των διαβημάτων τους και των συμπερασμάτων τους, πρέπει να αναγνωρίσει τη σπουδαιότητα του έργου τους.


Κατά τη γνώμη μου θα υπήρχαν ακόμη πολλά σημεία, ακόμη και τομείς, της σκέψης του Μαρξ που θα έπρεπε να επανεξετάσουμε σήμερα, όχι για να τα καταργήσουμε ή να τα απαξιώσουμε, ούτε για να προσποιηθούμε ότι τα ξεπεράσαμε, μα αντίθετα για να τα αναπτύξουμε. Θα αρκεστώ εδώ να μνημονεύσω στα γρήγορα ένα από αυτά τα σημεία. Για να γίνει πραγμάτευση στο σύνολό τους θα χρειάζονταν όχι ένας αλλά πολλοί τόμοι, και ίσως να είναι έργο μιας ολόκληρης γενιάς.

Πρόκειται για την αναγκαιότητα, για τον ντετερμινισμό. Αυτές οι έννοιες μοιάζουν να έχουν κάποια ρευστότητα μέσα στη σκέψη που πηγάζει από τον Μαρξ κι ίσως ακόμη και στον ίδιο τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Η αιτιότητα άλλοτε κατανοείται με τρόπο λιγάκι γραμμικό και σχεδόν μηχανιστικό, ιδίως στα οικονομικά ζητήματα - κι άλλοτε με τρόπο πολύ πιο διαλεκτικό στις ιστορικές μελέτες ή στις μελέτες της συγκυρίας. Ό,τι κι αν είναι, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα ο λογισμός των πιθανοτήτων κατέκλυσε τα πάντα· πρέπει να το παίρνουμε υπ' όψη μας αυτό, ακόμη κι αν από τούτη την αξιοσημείωτη πρόοδο δεν καταλήγουμε σε οριστικά συμπεράσματα. Πρόσφατα ακόμα, η φυσική των πιθανοτήτων κατήγαγε νίκη σε ό,τι επέμενε μέσα στο έργο του Αϊνστάιν και ανάμεσα στους μαθητές του: ένας αιτιακός, γραμμικός και μηχανιστικός ντετερμινισμός. Σχεδόν σε όλους τους τομείς η «δυνατοκρατία» [possibilisme] παίρνει τη θέση ενός απλοποιημένου ρεαλισμού, μετατοπίζοντας προς τις ενδεχομενικότητες τα κέντρα της γνώσης. Ιδιαίτερα οι στρατηγικές λαμβάνουν πάντοτε υπόψη τις πολλαπλές ενδεχομενικότητες και τις ευκαιρίες των αντιπάλων.


Η ανάλυση τής (οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής) πρακτικής δείχνει τρεις όψεις της δραστηριότητας:

α) ντετερμινισμούς, που κι αυτοί είναι πολλαπλοί και διαπλεκόμενοι (βιολογικοί, ανθρωπολογικοί, γεωγραφικοί κ.λπ).

β) διάφορα υποκειμενικά και αντικειμενικά τυχαία, που δεν είναι πάντα αποτέλεσμα αλληλοπαρεμβολών ανάμεσα στις αιτιακές ακολουθίες...

γ) αποφάσεις, θελήσεις, εσκεμμένες δράσεις της στρατηγικής.

Συμπληρώνω εδώ ότι οι διαμάχες ανάμεσα στους οπαδούς της αναγκαιότητας και σε όσους παραδέχονται το τυχαίο διαρκούν πάντοτε, σε όλους τους τομείς, σε όλα τα επίπεδα. Πρόκειται λοιπόν για μία προβληματική ανοικτή.

Αυτές οι προτάσεις δεν δεσμεύουν παρά μονάχα εμένα. Δεν ανήκω στη Γαλλία σε καμμία οργάνωση. Είμαι ένας ερευνητής μοναχικός (που δεν σημαίνει απομονωμένος). Σε μία καπιταλιστική αλλά δημοκρατική χώρα, αυτή η κατάσταση έχει πλεονεκτήματα και δυσχέρειες. Ένα μεγάλο πλεονέκτημα είναι ότι μένεις έξω από κοντοπρόθεσμες πολιτικές έγνοιες. Οι δυσχέρειες; Είναι πολυάριθμες, μα αφήνω στους αναγνώστες μιας σοσιαλιστικής χώρας τη φροντίδα να τις απαριθμήσουν.

Ευχαριστώ για άλλη μία φορά τους Γιουγκοσλάβους φίλους μου που μού έδωσαν της ευκαιρία να εκφραστώ. 

HENRI LEFEBVRE, 1984

_______________________________________


[7] Σ.τ.Μ: Κυρίως αναφέρεται εδώ στο βιβλίο που έγραψε το 1957 Για να γνωρίσουμε τη σκέψη του Λένιν [Pour connaître la pensée de Lénine], σ.358, Παρίσι éditions Bordas, το οποίο μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες.


[8] Σ.τ.Μ: Αναφέρεται στη σχέση της διαλεκτικής με την τυπική λογική, κάτι που διαρκώς τον απασχολούσε. «Η σχέση ανάμεσα στη λογική και τη διαλεκτική δημιουργεί πρόβλημα. Ορισμένοι συχνά το λύνουν πηγαίνοντας προς έναν παν-λογισμό ή προς μία παν-διαλεκτικοποίηση δίχως καθορισμένο αντικείμενο. Η έννοια της διαφοράς τοποθετείται, εκτός και εάν καταδειχθεί το αντίθετο, στη ζεύξη της λογικής και της διαλεκτικής. Είναι αδύνατο σήμερα να εξαλείψεις τη λογική σαν τέτοια, αδύνατο να εκκενώσεις τη διαλεκτική. Δεν μπορούν να ξεχωριστούν περισσότερο απ' όσο η θεωρία και η πρακτική, η γνώση και η ιδεολογία» (Η επιβίωση του καπιταλισμού, 1973/2002, σελ. 11). Έτσι ο Λεφέβρ δεν «καταργεί» τη λογική. «Ούτε η γνώση ούτε η πράξη μπορούν να αποφύγουν τη λογική· μπορεί μάλιστα κανείς να διαμορφώσει μια λογική της δράσης, και κάθε στρατηγική έχει τη λογική της. Αλλά η λογική δεν αναιρεί τις αντιφάσεις. Δεν καταφέρνει να τις αφομοιώσει στη συνοχή του λόγου και της πράξης. Η μελέτη των αντιφάσεων δεν μπορεί να εξαλειφθεί, και η διαλεκτική, ως ανάλυση των αντιφάσεων και των συγκρούσεων, επανακτά πάντα την ισχύ της. Αυτό αφορά τόσο την ίδια τη διαλεκτική σκέψη όσο και το εργατικό κίνημα: όταν βρίσκονται σε άμυνα ενισχύονται ταυτόχρονα με τις δυνάμεις που τα καταπολεμούν. Είναι βέβαιο ότι η λογική προόδευσε, ότι κέρδισε μάχες και ότι στον τομέα αυτόν σημειώθηκαν καινοτομίες, ενώ η διαλεκτική οπισθοχώρησε προς τη ρητορική και τη σοφιστεία. Ωστόσο σήμερα, ο μεγάλος μαθηματικός Ρενέ Τομ (θεωρία των καταστροφών) εντάσσεται στην ηρακλείτεια και άρα διαλεκτική παράδοση...» (Μια σκέψη...ελλ.εκδ. σ.71). Ερευνά τη σχέση αυτή ήδη από τα πρώτα έργα του (Διαλεκτικός υλισμός, 1939) κι ιδίως στα Το άθροισμα και το υπόλοιπο (1959), Μία σκέψη που έγινε κόσμος (1980), Η επιστροφή της διαλεκτικής-Δώδεκα λέξεις-κλειδιά για τον σύγχρονο κόσμο (1986), αναζητώντας τη δυνατότητα μιάς διαλεκτικής λογικής.


[9] Σ.τ.Μ: Η αναφορά γίνεται στο ρεύμα της Θεσμικής Ανάλυσης (Analyse Institutionelle) με το οποίο ο Λεφέβρ συμπορεύτηκε κριτικά για ένα διάστημα. μεταξύ 1970-1975. Κυριότερος εκρόσωπός του ήταν ο René Loureau.


Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

Henri Lefebvre - Ένας απολογισμός για το έργο του Μαρξ (μέρος α)


 
Άρθρο του Ανρί Λεφέβρ που γράφτηκε το 1984 με αφορμή τα εκατό χρόνια από το θάνατο του Μαρξ.Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Βελιγραδίου «Ο σοσιαλισμός στον κόσμο». Τη μετάφραση και τα σχόλια επιμελήθηκε ο Γιάννης Φ. Φωτόπουλος.


 

Henri Lefebvre - Ένας απολογισμός για το έργο του Μαρξ

 

Θα αρχίσω θυμίζοντας τη δική μου στάση σε ό,τι αφορά τη σκέψη του Μαρξ. Αυτή η θέση, που από παλιά έχω πάρει, δεν συνάδει με τον κομφορμισμό που κυριαρχεί από καιρό και που αφήνει ίχνη στον σύγχρονο κόσμο, ιδίως στη Γαλλία. Η αλλαγή του κόσμου είναι ουσιώδης απαίτηση της σκέψης του Μαρξ. Αλλά αυτή η σκέψη δεν μπορεί να θεωρείται ότι έχει μείνει η ίδια αναλλοίωτη· μετασχηματίζεται· αυτά που προκύπτουν μπορούν να θεωρηθούν σαν αλλαγή «υπό την επίδραση της σκέψης του Μαρξ». Εδώ και καιρό προτείνω να μη θεωρούμε αυτή τη σκέψη σαν μία θεωρητική διδασκαλία δεδομένη, πολυ δε περισσότερο σαν ένα σύστημα, αλλά σαν ένα σύνολο εννοιών. Αυτό το σύνολο, ή για να μιλήσω μεταφορικά, αυτός ο αστερισμός, τροποποιείται με τον καιρό. Ορισμένες έννοιες περνούν στη σκιά, δίκαια ή όχι. Νέες έννοιες εισάγονται στον αστερισμό. Αυτό το κινούμενο σύνολο χρησιμοποιείται για να γίνει κατανοητή η εποχή μας, δηλαδή το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, κι όχι απλά σαν συγκέντρωση κειμένων και παιδαγωγικών ή πολιτικών αναφορών. Ας μού επιτραπεί να επιμείνω στο γεγονός ότι πρόκειται εδώ για μία σημαντική αλλά και ουσιαστική μεταβολή στην κατανόηση αυτού που ονομάζουμε «μαρξισμό». Πρέπει να τον υποβάλλουμε αδιάκοπα στη δοκιμασία των γεγονότων και αυτού που πράγματι συμβαίνει, δηλαδή στη δοκιμασία της κοινωνικής πρακτικής, χωρίς εννοείται να αποκλείουμε (ίσια-ίσα πρέπει να επιμένουμε) στην εξερεύνηση του δυνατού και του αδύνατου[1]. Κατά τη διάρκεια αυτής της δοκιμασίας μπορεί να εμφανιστούν κενά στον «αστερισμό» αυτών των εννοιών, οι οποίες συμβάλλουν στην ανάγνωση της εποχής μας μόνο εφόσον συνυπολογίζουμε τα όσα καινούργια συμβαίνουν.


     Ανάμεσα στις έννοιες που δείχνουν να είναι  κεκτημένες και να μπορούν να χρησιμοποιηθούν, ορισμένες έχουν επισκιαστεί με τα χρόνια, άλλες χρησιμοποιήθηκαν άσχημα, τουλάχιστον στις καπιτα­λι­στικές χώρες. Τολμώ να υπογραμμίσω τη σπουδαιότητα κοινωνικών μέσων όρων: μέση παραγωγικότητα σε μία βιομηχανία ή σε μία χώρα – μέσο ποσοστό κέρδους – μέση οργανική σύνθεση του κεφαλαίου σε έναν βιομηχανικό κλάδο ή σε μία χώρα κ.λπ… Αυτοί οι μέσοι όροι είχαν σύμφωνα με τον Μαρξ ένα ρυθμιστικό ρόλο στη λειτουργία και την εξάπλωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (συσσώρευση του κεφαλαίου – διευρυμένη αναπαραγωγή κ.λπ). Όμως σήμερα δεν φαίνεται να παίζουν αυτό τον ρόλο: παρεμβάσεις και βολονταριστικές αποφάσεις έχουν πάρει τη θέση τους και τούς έχουν αναπληρώσει. Πώς και γιατί; Υπάρχει εδώ ένας ολόκληρος τομέας ερευνών πάνω στην εκδίπλωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Τομέας που δεν έχει εγκαταλειφθεί πλήρως αλλά και δεν έχει εξερευνηθεί πλήρως, κάθε άλλο· διότι κάποιοι συνέχισαν να παραθέτουν τον Μαρξ αντί να μελετούν με τρόπο αναλυτικό και κριτικό (όπως κάνουν οι έννοιες που αναφέραμε) όσα συμβαίνουν.

     Σχετικά με τον Μαρξ και την επίδρασή του στις καπιταλιστικές χώρες επιμένω πάνω στη διαφορά, που συχνά αμελείται, ανάμεσα στις σχέσεις παραγωγής και τον τρόπο παραγωγής. Συχνότατα και παρά τις κριτικές επισημάνσεις, κάποιοι έχουν αναγάγει τον δεύτερο (τον τρόπο παραγωγής) στις πρώτες (στις σχέσεις παραγωγής). Όρισαν τον τρόπο παραγωγής δια των σχέσεων παραγωγής, έτσι που η εκδίπλωση και η ιστορία του τρόπου παραγωγής με αφετηρία αυτές τις σχέσεις, γινόταν ακατανόητη· ιδιαίτερα η ελαστικότητα του καπιταλισμού[2], ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’60, η ικανότητά του για τεχνολογική πρωτοβουλία, η ενδυνάμωση της παγκόσμιας αγοράς κ.λπ. Πράγματι ο καπιταλισμός ξεδιπλώθηκε διαμέσου πολλαπλών αντιφάσεων, που άλλες έπαιξαν διεγερτικό ρόλο κι άλλες έφεραν την κρίσιμη κατάσταση που γνωρίζουμε σήμερα[3]. Κάτω από την επίδραση ενός απλοποιημένου μαρξισμού, κάποιοι συνένωσαν (για να το πούμε έτσι) σε μία και μοναδική ομάδα τις αντιφάσεις του καπιταλισμού χωρίς να κάνουν διάκριση εκείνων που τον διεγείρουν από εκείνες που τον ροκανίζουν από τα μέσα.

     Ο καθένας γνωρίζει ότι ανάμεσα στις μεγάλες αλλαγές του σημερινού κόσμου πρέπει να συνυπολογίσουμε την απελευθέρωση των παλιών αποικιών, την άνοδο του Τρίτου Κόσμου. Άραγε αυτό το απέραντο κίνημα απελευθέρωσης, που δεν πρέπει να υπερεκτι­μούμε τη σημασία του, έλαβε χώρα υπό την επίδραση του Μαρξ; Ναι, χωρίς καμία αμφιβολία, αλλά μέσα από ορισμένες πλευρές του έργου του που έχουν εδώ και καιρό αμεληθεί στη Δυτική Ευρώπη. Για παράδειγμα, τα αγροτικά ζητήματα[4], εκείνα της γης, του εδάφους και του υπεδάφους, των έγγειων προσόδων κ.λπ. Όλοι γνωρίζουμε ότι αυτή η πλευρά του μαρξισμού, που ξαναπιάστηκε αλλού κι όχι στη Δυτική Ευρώπη, ιδίως από τον Λένιν και τον Μάο Τσετούγκ, είχε αντίκτυπο σε παγκόσμια κλίμακα. Όλη η ιστορία των αγροτικών μεταρρυθμίσεων, ιστορία εξαιρετικά σύνθετη, θα μπορούσε να ενταχθεί στη μελέτη των επιδράσεων του Μαρξ. Βαθειά επαναστατικές στην αρχή και στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις είδαν σιγά-σιγά να ξεθωριάζουν οι ανατρεπτικές τους χωρητικότητες· μπορούμε να πούμε ότι σε πολλές χώρες «ενσωματώθηκαν» από τον καπιταλισμό. Αυτές οι επιδράσεις του Μαρξ δεν ξέφυγαν επομένως από τις διαλεκτικές αντιφάσεις. Από την άλλη πλευρά, η μελέτη των κειμένων του Μαρξ και του Λένιν (κι ιδίως εκείνων του τέλους της ζωής του Μαρξ πάνω στα αγροτικά ζητήματα) δεν εμπόδισαν τη σοσιαλιστική πλευρά να υποτιμήσει τα ζητήματα αυτά και να υπεραξιοδοτήσει τη βιομηχανική μεγέθυνση. Ένας απολογισμός της εκατονταετούς επίδρασης του Μαρξ δεν θα μπορούσε να αποφύγει τη μελέτη της μαρξιστικής σκέψης της σχετικής με την απελευθέρωση του Τρίτου Κόσμου, επίδραση που μερικές φορές ασκήθηκε μέσα από διδασκαλίες αποκλίνουσες ή και αιρετικές. Θα παραθέσω σαν παράδειγμα τα έργα του Frantz Fanon.

     Τελευταία επισήμανση σε αυτό το σημείο: η διαδικασία απελευθέρωσης υπήρξε και παρέμεινε κι η ίδια αντιφατική. Απελευθερώνοντας πολιτικά τους λαούς που έως τότε ήταν υπό κυριαρχία και αποικιοκρατία, πρόσφερε στις αναπτυγμένες χώρες που παρέμεναν καπιταλιστικές μία νέα αγορά πιο πλατειά από πριν, μια και συνοδεύτηκε κι ακόμη συνοδεύεται από μεταφορές τεχνολογίας, μετακινήσεις εργατικών χεριών κ.λπ. Κοντολογίς, κι επιμένω εδώ, η ανάπτυξη της μαρξιστικής σκέψης -όπως κι η ανάπτυξη της παγκόσμιας πραγματικότητας- εκτυλίσσεται αντιφατικά, ή για να το πούμε αλλιώς: διαλεκτικά. Εάν οι μαρξιστές δεν ανάλυσαν όλες τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου καθώς επίσης και τις αντιφάσεις τις εσωτερικές στον ίδιο τον μαρξισμό, αυτοί είναι υπεύθυνοι. Για να μιλήσουμε ακόμη πιο καθαρά, θα είχα πολλές κριτικές να κάνω εναντίον των μαρξιστικών τάσεων στις λεγόμενες «προχωρημένες» χώρες. Βρίσκω ότι οι τάσεις αυτές συχνά αυτοεγκλείστηκαν σε θεωρήσεις που έμοιαζαν συστηματικές, αυστηρές, ακριβείς, και που δεν ήταν παρά σχολαστικισμός. Θεωρώ ότι αυτές οι κριτικές της επιρροής του Μαρξ δεν εξαίρεσαν ούτε τους πιο διάσημους εκπροσώπους του μαρξισμού, συμπεριλαμβάνοντας τον Λούκατς ή τη Σχολή της Φρανκφούρτης. Αυτός ο εκφυλισμός της μαρξιστικής σκέψης στις «προχωρημένες» βιομηχανικές χώρες, τάχα δεν ήταν αλληλέγγυος με τις δυσκολίες που περνάει εκεί η εργατική τάξη; Έχω κατά νου ιδιαίτερα τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η σκέψη του Μαρξ ασκεί εκεί αξιοσημείωτη επιρροή αλλά περιορισμένη για την ώρα σε πανεπιστημιακούς κύκλους χωρίς σύνδεση με τους εργαζόμενους και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Δεχόμαστε από τις ΗΠΑ εργασίες και κείμενα που παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρουν σχετικά με αισθητικά ζητήματα ή με τις σχέσεις εξουσίας και εξάρτησης, αλλά τίποτα που να μπορεί να συγκινήσει το εργατικό κίνημα, το οποίο εντούτοις υπάρχει και τραβάει τον δρόμο του. Θα προσθέσω ότι έχουμε επισημάνει σε πάμπολλες ευκαιρίες την ανικανότητα των μαρξιστών διανοούμενων στις ισλαμικές χώρες κι ιδίως στο Ιράν να επεξεργαστούν ένα σχέδιο-πρόταγμα [projet] κοινωνίας που να μπορεί να προσανατολίσει το επαναστατικό κίνημα που βλέπει συνεπώς να μονοπωλείται από τους θρησκευτικούς θεσμούς. Αυτή η μομφή δεν εξαιρεί λοιπόν τις χώρες που δεν υπολογίζονται ανάμεσα στις μεγάλες βιομηχανικές χώρες και στις προχωρημένες δημοκρατίες.

     Ιδιαίτερα θυμάμαι με πίκρα μια επίσκεψή που στο Σαντιάγκο της Χιλής, λίγο πριν το στρατιωτικό πραξικόπημα. Οι μαρξιστικοί κύκλοι που είχα γνωρίσει ασχολούνταν, με περισσή επιμέλεια, με την επιστημολογία και καθόλου με αυτό που γινόταν γύρω τους και με μια κατάσταση που επιβαρυνόταν μέρα με τη μέρα. Αυτές οι επισημάνσεις κινούνται στην ίδια κατεύθυνση με εκείνες που έκανε στο Καβτάτ τον Οκτώβριο του 1982 ο Πάμπλο Γκονζάλες Καζανόβα και δημοσιεύτηκαν στις εργασίες του συνεδρίου υπό τον τίτλο «Η διείσδυση της μεταφυσικής στον ευρωπαϊκό μαρξισμό». Ο Μεξικανός φίλος μας έχει δίκιο να διαπιστώνει ότι οι έννοιες οι επεξεργασμένες με αφετηρία τον Μαρξ στη Δυτική Ευρώπη, δεν χρησίμευσαν και πολύ στην κατανόηση της πραγματικής κατάστασης του Μεξικού και της Λατινικής Αμερικής. Γιατί; Επειδή οι Ευρωπαίοι επέμειναν υπερβολικά πολύ πάνω στις σχέσεις εξάρτησης ανάμεσα στα φύλα, τις ηλικίες, τις περιοχές, τα κέντρα και τις περιφέρειες κ.λπ. Κι όχι αρκετά πάνω στις σχέσεις εκμετάλλευσης και στην άνοδο νέων μορφών της, πιο ευέλικτων από άλλοτε. Αυτό σημαίνει και πάλι ότι ο Μαρξ δεν έχει επιδράσει με έναν τρόπο απλό, χωρίς εσωτερικές ή εξωτερικές αντιφάσεις. Θέλω να προσθέσω ότι στην Ευρώπη όλα τα έργα και όλες οι έρευνες που εμπνέονται από τον Μαρξ δεν εμπίπτουν σε αυτή την κριτική. Μα δεν είναι εδώ ο χώρος για να φτιάξουμε έναν κατάλογο με όσους συγγραφείς και γραπτά εμπίπτουν στην κριτική κι όσους δεν εμπίπτουν. Θέλω να προσθέσω ότι μία ουσιώδης αντίφαση που ήρθε στο φως από Γιουγκοσλάβους συγγραφείς είναι εκείνη ανάμεσα στην παγκόσμια διαίρεση της εργασία που επιβάλλεται από τον καπιταλισμό και στη νέα παγκόσμια τάξη την οποία επιδιώκουν πολλές χώρες με τους Αδέσμευτους στην πρώτη γραμμή. Αυτή η στάση έχει σχέση, που δεν χρειάζεται να υπογραμμιστεί, με την πολιτική και τις επιδιώξεις του κινήματος των Αδεσμεύτων.

     Στον αστερισμό των εννοιών που μάς άφησε κληρονομιά ο Μαρξ υπάρχουν κατά τη γνώμη μου χάσματα και, θα μπορούσε κανείς να πει μεταφορικά, «μαύρες τρύπες». Πρέπει να γεμίσουν τα χάσματα. Και γι’ αυτό τόλμησα και ακόμη τολμώ να προτείνω μερικές νέες έννοιες. Για παράδειγμα:

     α) Ο Μαρξ δεν γνώρισε την υπέρογκη μεγέθυνση των πόλεων το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Για πολύ καιρό αυτό το φαινόμενο αντιμετωπίστηκε από τους μαρξιστές σαν ένα φαινόμενο δευτερεύον, αποτέλεσμα της εκβιομηχάνισης. Μερικοί μάλιστα έφεραν αντιμέτωπες την πόλη και την επιχείρηση σαν να είναι η μεν μία ο τόπος της κατανάλωσης – η δε άλλη ο τόπος της παραγωγής. Τέτοια θέση όμως είναι αδύνατο να υποστηριχθεί. Πράγματι πολλές χώρες γνώρισαν αστεακά κινήματα και αγώνες που είχαν την πόλη συνάμα σαν θέατρο και σαν διακύβευμα. Σε αυτές τις χώρες (για παράδειγμα στο Μεξικό) υπήρξαν τρία κύματα κινημάτων και αγώνων επαναστατικού χαρακτήρα: τα αγροτικά κινήματα – τα εργατικά κινήματα – τα αστεακά κινήματα. Για να λάβουμε υπ’ όψη αυτές τις νέες πραγματικότητες, που χρονολογούνται από την μοντέρνα εποχή, πρότεινα κι ακόμα προτείνω να εισαγάγουμε στις ουσιώδεις έννοιες την έννοια του αστεακού[5], δεύτερη φύση διαφορετική από την πρώτη φύση, καθόσον παραγόμενη.

     β) Οι δραστηριότητες που μελέτησε ο Μαρξ και που τα περισσότερα μαρξιστικά ρεύματα έφεραν στο προσκήνιο, αφορούσαν την εργασία, την παραγωγή και τους τόπους παραγωγής, τις σχέσεις παραγωγής. Αυτές οι αναλύσεις των σχέσεων παραγωγής δεν εξαντλούν κατά τη γνώμη μου τον τρόπο παραγωγής. Όπως το έχω επισημάνει πολλές φορές, δεν επιτρέπουν να κατανοήσουμε καλά την εκδίπλωσή του κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, την ελαστικότητά του, τις χωρητικότητές του. Τι συμβαίνει έξω από τους τόπους εργασίας; πρότεινα κι ακόμη προτείνω προκειμένου να καταλάβουμε ένα σύνολο γεγονότων, την έννοια της «καθημερινής ζωής»[6]. Αυτή η έννοια δεν αποκλείει σε τίποτα εκείνη της παραγωγικής εργασίας. Αντίθετα: τη συνεπάγεται. Και τη συμπληρώνει συνυπολογίζοντας τις μεταφορές-συγκοινωνίες, τη σχόλη, την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, καθώς επίσης και όλες τις τροποποιήσεις που επηρέασαν στη μοντέρνα εποχή αυτές τις διαφορετικές όψεις της ζωής και της κοινωνικής πρακτικής.

     γ) Αυτή η στάση καταλήγει να εισάγει στη μαρξιστική ανάλυση και αντίληψη πλευρές παραμελημένες: την αρχιτεκτονική, την πολεοδομία, και ευρύτερα τον κοινωνικό χώρο και χρόνο. Πράγμα που αξίζει εμβαθυμένες έρευνες. Πράγματι, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο χρόνος και συνάμα ο χώρος έχουν γίνει εμπορεύματα (μιλάω κυρίως για τις καπιταλιστικές χώρες), δηλαδή «αγαθά» γύρω από τα οποία διεξάγονται μεγάλοι αγώνες: ο χρόνος και ο χώρος παραμένουν το θεμέλιο της αξίας χρήσης, αν και/επειδή έχουν εισέλθει στην αξία ανταλλαγής. Ο καυγάς γίνεται σε παγκόσμια κλίμακα· αυτός ο αγώνας για τον χώρο και τον χρόνο, δηλαδή για τη χρήση τους και τη χρησιμοποίησή τους, είναι μία σύγχρονη μορφή της πάλης των τάξεων που ο Μαρξ δεν πρόβλεψε μια και δεν υπήρχε την εποχή του.

     δ) Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι οι δογματικοί (μιλάω πάντοτε για ό,τι συμβαίνει στη Δύση, μέσα στην αστική κοινωνία) μέχρι μια εποχή επαναλάμβαναν με μονομανία ορισμένες διατυπώσεις του Μαρξ και του Ένγκελς για το κράτος. Αλλ’ όμως ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν μπόρεσαν να γνωρίσουν κατ’ αρχήν την παγκοσμιοποίηση του κράτους και στη συνέχεια τις μεταμορφώσεις του στον 20ο αιώνα. Την εποχή τους το κράτος ήταν ακόμη καινούργιο στην Ευρώπη. Σήμερα, ή ακριβέστερα από τα μέσα του 20ου αιώνα δεν μπορούμε να μιλάμε για αποσπασματική και συγκυριακή παρέμβαση του κράτους στην οικονομική πραγματικότητα, με άλλα λόγια στη «βάση» του. Ο ρόλος του κράτους υπερφαλαγγίζει (ακόμη και από την καπιταλιστική πλευρά) αυτό που κλασσικά αποδιδόταν στην πολιτική, ιδεολογική και θεσμική δομή. Πρέπει να κάνουμε απολογισμό του γεγονότος ότι η κλασσική διάκριση ανάμεσα στο οικονομικό επίπεδο της κοινωνίας, το κοινωνικό επίπεδο (ή βαθμίδα) και το πολιτικό επίπεδο ή βαθμίδα τείνει να εξαφανιστεί. Διευκρινίζω ότι η διαφορά ανάμεσα στο οικονομικό, το κοινωνικό και το πολιτικό δεν έχει καταργηθεί αλλά υπάρχει η τάση για αυξανόμενη πρωτοκαθεδρία κι επιβολή του κράτους πάνω στο οικονο­μικό και το κοινωνικό. Για να εξετάσουμε αυτή την κατάσταση που εμφανίζεται σχεδόν παντού το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα -την ίδια στιγμή με την παγκοσμιοποίηση του κράτους- έχω προτείνει μία νέα έννοια: εκείνη του κρατικού τρόπου παραγωγής. Αυτή η έννοια ενώνει το οικονομικό και το πολιτικό και προτάσσει αυτή την ένωση σαν ορίζοντα και προοπτική επειδή γίνεται πραγματικότητα. Σε αυτή η έννοια επιφυλάχθηκε μία αρκετά άσχημη υποδοχή από όλες τις πλευρές, από τους μαρξιστές όπως και από τους ιδεολόγους του καπιταλισμού και της παραδοσιακής δημοκρατίας. Πιθανόν επειδή τους ενοχλεί.(συνεχίζεται)

____________________________________________


[1] Σ.τ.Μ: Για τον Λεφέβρ η έννοια της δυνατότητας, του «δυνατού» είναι κρίσιμη. «Η πραγματικότητα είναι μια δέσμη δυνατοτήτων» λέει. Θεωρεί τον ίδιο τον Μαρξ ως τον «στοχαστή του δυνατού» (Μια σκέψη που έγινε κόσμος, ελλ.εκδ, σ.194 επ.) κι αντιπαρατίθεται τόσο στον Αξελό που θεωρεί ότι ο Μαρξ είναι φιλόσοφος και «ο στοχαστής της τεχνικής» όσο και στον Αλτουσέρ που υποστηρίζει ότι ο Μαρξ είναι επιστήμονας (βλ. Αξελός, Ο Μαρξ, στοχαστής της τεχνικής, ed. Minuit, Παρίσι 1961, και Αλτουσέρ, Για τον Μαρξ, ed. Maspero, Παρίσι 1966, ελλ. έκδ. Γράμματα 1978, μετάφραση Τάκη Καφετζή). Συνδέεται έτσι με τον μαρξικό  και εγελιανό ορισμό της πραγματικότητας (υπάρχον+οι τάσεις του). Γράφει σχετικά: «Εάν υπάρχει κυρίαρχη κατηγορία και αντίθεση, είναι αυτήτου δυνατού και του αδύνατου: για να διευρύνουμε το δυνατό πρέπει να σκεπτόμαστε, να διατρανώνουμε και να θέλουμε το αδύνατο. Η δράση και η στρατηγική έγκεινται στο να καθίσταται αύριο δυνατό αυτό που σήμερα είναι αδύνατο. Ένα τέτοιο σχέδιο αποκτά νόημα μόνο ενόψει μίας αδυνατότητας: δηλαδή το να κρατηθούμε επ’ άπειρον στις υπάρχουσες (κοινωνικές) σχέσεις. Αποδεσμεύει αυτό που αυτή η αδυνατότητα καθιστά δυνατό· κι αντίστροφα, αυτό που το σημερινό «πραγματικό» επισκιάζει και μπλοκάρει». (Η επιβίωση του καπιταλισμού, 1973/2002 σελ. 30). Αυτή η προοπτική έχει και «μεθοδολογικές» συνέπειες: «…Δίπλα στην επαγωγή και την απαγωγή, η διαλεκτικά εμβαθυμένη μεθοδολογία θα έπρεπε να παρουσιάσει νέες διεργασίες, όπωςαυτή της δια-αγωγής [trans-duction], διεργασία της σκέψης σε/προς ένα δυνάμει αντικείμενο προκειμένου να το κατασκευάσει και να το πραγματοποιήσει. Είναι ίσως η λογική του δυνατού και/ή αδύνατου αντικειμένου» (Πρόλογος στη β΄ έκδοση, 1969, του βιβλίου του Τυπική Λογική και διαλεκτική λογική).

[2] Σ.τ.Μ: «Για αυτόν τον νεο-καπιταλισμό μπορούμε να πούμε ότι είναι ένας οργανωτικός καπιταλισμός, κάτι που δεν σημαίνει ότι είναι οργανωμένος καπιταλισμός. Κάθε άλλο. Η συνοχή του είναι μονάχα επιφανειακή διότι δεν καταφέρνει να απορροφήσει τις αντιφάσεις του», γράφει στο Η επιβίωση του καπιταλισμού (1973/2002, σελ. 110).

Η άποψή του αυτή έχει πολλούς αποδέκτες. Πρώτα-πρώτα τους τεχνοκράτες (και τους πολιτικούς τους εκπροσώπους) που κυνηγούν την μυθολογία ότι ο καπιταλισμός μπορεί να οργανωθεί, δηλαδή να διευθετήσει οριστικά τις αντιφάσεις του. Ταυτόχρονα όμως απορρίπτει την απλούστευση ότι ο καπιταλισμός είναι μια «τυφλή» διαδικασία, χωρίς δηλαδή να διαθέτει στρατηγική σκέψη. Τέλος, ασκεί κριτική στο ρεύμα του στρουκτουραλισμού μέσα στον μαρξισμό, που «υψώνει σε κριτήριο τη συνοχή, βαλμένη πάνω από την αντίφαση» και υποκαθιστά «την έννοια της «διαδικασίας» (ιστορική στην καταγωγή της, οικονομική στη συνέχεια) από εκείνη της δομής…». Ο Λεφέβρ απευθύνει κρίσιμα ερωτήματα στον Λ. Αλτουσέρ: «…Το πρόβλημα είναι το εξής: η καπιταλιστική κοινωνία συγκροτεί άραγε ευθύς από το ξεκίνημά της ένα κλειστό-περατωμένο σύστημα, που δεν μπορεί παρά να συντηρεί τις συνθήκες του και να διαρκεί, ή να καταρρέει, σύμφωνα με την αρχή του όλα ή τίποτα; Υπάρχει κάτι καινούργιο στον καπιταλισμό από τότε που υπάρχει; … Ο Μαρξ εκθέτει τη γένεση και τη συγκρότηση του ανταγωνιστικού καπιταλισμού. Ο «τρόπος παραγωγής» άραγε έχει ήδη γίνει πραγματικότητα τότε; Εάν κάποιος απαντήσει «όχι», αυτό σημαίνει ότι ο ανταγωνιστικός καπιταλισμός δεν είναι ακόμα καπιταλισμός. Εάν κάποιος απαντήσει «ναι», πέφτουμε στη μεγαλύτερη αμηχανία· πώς να εξηγήσουμε τους μετασχηματισμούς του καπιταλισμού … Ο καπιταλισμός διαρκεί. Θα διαρκέσει όσο διαρκέσει. Όταν θα εξαφανιστεί, θα εξαφανιστεί. Τίποτα που να έχει αλλάξει, διότι τίποτα δεν αλλάζει μέσα στους κόλπους του «τρόπου παραγωγής», ακίνητου σαν τέτοιου, τίποτα παρά μόνο λεπτομέρειες διευθέτησης … Είναι σχεδόν προφανές ως προς τι και πώς μια τέτοια σκέψη συνδέεται με τις τάσεις μιας κοινωνίας που θέλει να πετύχει τη στέρεη υπόστασή της παρακάμπτοντας ο,τιδήποτε την κατατρώει…» (Η επιβίωση…1973/2002, σελ 55 επ.).

[3] Σ.τ.Μ: Γράφει σχετικά με τον νεο-καπιταλισμό στο Η επιβίωση του καπιταλισμού (1973/2002, σελ. 81): «Αυτή η νέα σφαιρικότητα, που έχει για σκοπό και τέλος (συνειδητά ή όχι) την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων πιο πολύ κι από το άμεσο κέρδος και τη μεγέθυνση της παραγωγής, συνοδεύεται από μία βαθειά ποιοτική τροποποίηση αυτών των σχέσεων. Οι σχέσεις κυριαρχίας που από την προέλευσή τους υπο-στηρίζουν ενισχύοντας τις σχέσεις εκμετάλλευσης, γίνονται ουσιώδεις,κεντρικές. Η θέληση για δύναμη (οι ικανότητες καταναγκασμού και βίας) παίρνει κεφάλι από την προτίμηση για όφελος και κέρδος, από την αναζήτηση υπερκέρδους (κέρδους στον μέγιστο βαθμό). Οι οικονομικοί και κοινωνικοί νόμοι χάνουν την φυσική πλευρά που περιέγραψε ο Μαρξ, δηλαδή την τυφλή και αυθόρμητη· γίνονται ολοένα και περισσότερο καταναγκαστικοί κάτω από ένα συμβασιακό κάλυμμα (ή και χωρίς αυτό)».

[4] Σ.τ.Μ:Τα αγροτικά θέματα ήταν το μεγάλο μεράκι του Ανρί Λεφέβρ. Το παράπονό του ήταν πως η Ε.Σ.Σ.Δ. ουδέποτε τού επέτρεψε την είσοδο εκεί για την μελέτη του αγροτικού φαινομένου. Αφιέρωσε για το αγροτικό ζήτημα τη διδακτορική του διατριβή, πολλές δημοσιέυσεις και ένα βιβλίο για τα Πυρηναία.

[5] Σ.τ.Μ: Urbain στο κείμενο. Σημαίνει «το-της-πόλης». Στην ελληνική γλώσσα αποδίδεται συνήθως με τους όρους «αστικός», «αστικοποίηση» κ.λπ, που όμως προξενούν σύγχυση με τους ίδιους όρους που αποδίδουν την ταξική έννοια «bourgeois», δηλ. της αστικής τάξης. Προτιμήσαμε, έτσι, το «αστεακός», «αστεοποίηση» που παράγεται από το θέμα «αστε-» της λέξεως άστυ· λύση, εξάλλου, που σποραδικά έχει εμφανιστεί στη βιβλιογραφία.

[6] Σ.τ.Μ: Το καθημερινό απασχόλησε τον φιλόσοφο ήδη από τη δεκαετία του ’40, όταν ακόμα ήταν περιφρονημένο από την επίσημη φιλοσοφία, αλλά και από εκείνον τον μαρξισμό που έλεγε ότι το καθημερινό δεν αποτελεί κάποια θεωρητική έννοια, κάποιο αντικείμενο της επαναστατικής θεωρίας. «Ο σοσιαλισμός ή θα είναι καθημερινός ή δεν θα υπάρξει ποτέ» έγραψε το 1947. Αφιέρωσε στην κριτική της καθημερινής ζωής πολλά έργα του, διερευνώντας πότε τον χώρο τής δυνατής απο-αλλοτρίωσης, πότε τη συνάντηση πολιτισμού και πολιτικής, πότε το πεδίο (ανα)συγκρότησης της υποκειμενικότητας της κοινωνίας.