Ακόμη και σ' αυτούς, που δεν έχουν ασχοληθεί με την οικονομική θεωρία του Marx, είναι γνωστός ο μαρξικός νόμος της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρδους. Γνωρίζουν γενικά, ότι κατά τον Marx, με αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και -παρά το ταυτόχρονα αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας- μειούται το ποσοστό κέρδους. Επίσης γνωρίζουν, ότι το νόμο αυτόν ο Marx τον αναπτύσσει στον IIIο τόμο του Κεφαλαίου.
Αντιθέτως, λιγότερο γνωστό -ακόμη και σ' αυτούς που ασχολούνται συστηματικά με την οικονομική θεωρία του Marx- είναι, ότι το νόμο της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρδους τον αναπτύσσει ο Marx ως συνέπεια της -όπως την ονομάζει ο ίδιος- ειδικά καπιταλιστικής μορφής αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, δηλαδή της ειδικά καπιταλιστικής μορφής της τεχνολογικής εξέλιξης.
Η σχέση αυτή μεταξύ της μαρξικής θεωρίας για τη μορφή της τεχνολογικής εξέλιξης στον καπιταλισμό και του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους αγνοείται για τον εξής απλό λόγο: Διότι όλοι οι μελετητές νομίζουν, ότι ο Marx αναπτύσσει αυτόν τον νόμο στα κεφάλαια 13-15 του IIIου τόμου του Κεφαλαίου (όπου δεν γίνεται πλέον λόγος για την ειδικά καπιταλιστική μορφή της τεχνολογικής εξέλιξης).
Στην πραγματικότητα όμως το πράγμα έχει διαφορετικά. Στα κεφάλαια 13-15 του IIIου τόμου του Κεφαλαίου ο Marx εκθέτει απλώς το νόμο της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρδους, ως αποτέλεσμα παραγόντων, τους οποίους έχει αναπτύξει ήδη στον Iο τόμο του Κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα δηλαδή ο Marx αναπτύσσει το νόμο στον Iο τόμο, τον παρουσιάζει όμως -για λόγους που αναφέρονται στη μέθοδο παρουσίασης του επιστημονικού του αντικειμένου και συγκεκριμένα επείδη στη βαθμίδα παρουσίασης του Iου τόμου δεν είναι δυνατον να γίνει λόγος για κέρδος ως παράγωγο του κεφαλαίου και συνεπώς για ποσοστό κέρδους- στον IIIο τόμο του Κεφαλαίου.
Ο Marx αναπτύσσει το νόμο στον Iο τόμο ως συνέπεια της χρησιμοποίησης ειδικά καπιταλιστικών μεθόδων παραγωγής και της από τη χρησιμοποίηση αυτών των μεθόδων προκύπτουσας ειδικά καπιταλιστικής μορφής αύξησης της παραγωγικότητας.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά τους. Ποιό είναι το αντικείμενο του Iου τόμου του Κεφαλαίου; Είναι η ουσία της κεφαλαιακης σχέσης. Στον Iο τόμο ο Marx εκθέτει την ουσία της σχέσης μεταξύ εργατών και καπιταλιστών αντιπαρερχόμενος τις αναγκαίες και αναγκαία στρεβλές μορφές, στις οποίες υπάρχει αυτή η σχέση.
Ο Marx παντού, όπου εκθέτει την ουσία μιας κοινωνικής σχέσης, ξεκινά πάντα από την άμεσα αντιληπτή μορφή της. Ξεκινόντας από την άμεσα αντιληπτή μορφή της εν λόγο σχέση ως το άμεσα δεδομένο και συγκεκριμένο αναπαράγει στη συνέχεια, αφού προηγουμένος καταδείξει το περιεχόμενό της, τη μορφή αυτή ως το δια της οδού της νόησης αναπαραχθέν συγκεκριμένο: ως την αναγκαία και την αναγκαία στρεβλή μορφή του διαφορετικού απ' αυτή την ίδια περιεχομένου της.
Έτσι και εδώ: Ξεκινά από την άμεσα δεδομένη, συγκεκριμένη μορφή του κεφαλαίου ως χρηματικού κεφαλαίου. Στη μορφη του αυτή το κεφάλαιο υπάρχει ως το χρήμα, που ρίχνει στην κυκλοφορία ο καπιταλιστής για να πάρει απ' αυτήν περισσότερο χρήμα. Για να μπορέσει ο Marx να μιλήσει για τη χρηματική μορφή του κεφαλαίου, είναι αναγκασμένος να μιλήσει πρώτα για το χρήμα. Το χρήμα όμως είναι μορφή της αφηρημένης εργασίας, δηλαδή η μορφή της ουσίας των αξιών των εμπορευμάτων. Έτσι λοιπόν ο Marx είναι αναγκασμένος , πριν ξεκινήσει από την άμεσα δεδομένη μορφή του κεφαλαίου, δηλ. από το χρηματικό κεφάλαιο, να αναπτύξει το χρήμα ως τη μορφή της αφηρημένης εργασίας. Γι' αυτό και ο τόμος I του Κεφαλαίου αρχίζει με την ανάλυση του εμπορεύματος, δηλ. της ανταλλακτικής αξίας, και της εξέλιξης της μορφής του μέχρι τη χρηματική του μορφή.
Η θεώρηση της χρηματικής μορφής του κεφαλαίου θέτει, επειδή ακριβώς η μορφή αυτή εκφράζει στρεβλά την κεφαλαιακή σχέση, ένα αίνιγμα. Το εξής: Πως γίνεται, καίτοι η ανταλλαγή εμπορευμάτων είναι ανταλλαγή ισοδυνάμων , ο καπιταλιστής να παίρνει από την κυκλοφορία περισσότερα απ' αυτά που έριξε σ' αυτή, να αποκομίζει δηλ. κέρδος;
Για να εξηγήσει ο Marx αυτό το παράδοξο και έτσι και τη χρηματική μορφή του κεφαλαίου ως στρεβλή αλλά αναγκαία μορφή ύπαρξης της κεφαλαιακής σχέσης, προστρέχει στην ουσία αυτής της σχέσης, δηλ. στη σχέση μεταξύ καπιταλιστή και εργάτη στην άμεση διαδικασία παραγωγής και ερμηνεύει το κέρδος ως τη μορφή της υπεραξίας.
Η υπεραξία δημιουργείται κατά τον Marx στην άμεση διαδικασία παραγωγής ως η διαφορά μεταξύ αυτού, το οποίο αποφέρει στον καπιταλιστή η δι' ίδιον λογαριασμόν χρήση της εργασιακής δύναμης του εργάτη, και αυτού, το οποίο κοστίζει στον καπιταλιστή η αγορά της εν λόγω εργασιακής δύναμης, δημιουργείται δηλ. ως η διαφορά μεταξύ την νέας αξίας , που δημιουργει για τον καπιταλιστή η χρήση της εργασιακής δύναμης, και της αξίας της χρησιμοποιηθείσας εργασιακής δύναμης, που πλήρωσε ο καπιταλιστής για την αγορά της. Τα παραπάνω αναπτύσσει ο Marx στα πλαίσια της ανάλυσης της άμεσης διαδικασίας παραγωγής.
Από την ανάλυση αυτή, μας ενδιαφέρει εδώ ιδιαιτέρως το μέρος εκείνο (κεφαλαία 10 κ.ε. του τόμου I του Κεφαλαίου), στο οποίο ο Marx αναπτύσει τις τεχνολογικές προϋποθέσεις του καπιταλιστικο'υ τρόπου παραγωγής, δηλ. τις μεθόδους ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, τις τεχνικές παραγωγής του κεφαλαίου. Τις μεθόδους αυτές ονομάζει ο Marx ειδικά καπιταλιστικές μεθόδους παραγωγής και τον τρόπο παραγωγής, ο οποίος από τεχνική άποψη βασίζεται σ' αυτές τις μεθόδους, ειδικά καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.
Ο Marx αρχίζει την ανάπτυξή του με την παρουσίαση των μεθόδων παραγωγής της μανουφακτούρας. Η μανουφακτούρα διαφέρει από τη συντεχνιακή, χειροτεχνική παραγωγή μόνον ποσοτικά: κάθε μάστορας χρησιμοποιεί τώρα πλέον περισσότερους εργάτες (τεχνίτες και μαθητευόμενους), τα χρησιμοποιούμενα εργαλεία παραμένουν ωστόσο τα ίδια. Τόσο η συντεχνιακή χειροτεχνική παραγωγή, όσο και η παραγωγή της μανουφακτούρας διαφέρουν ποιοτικάαπό την παραγωγή του Verlagsystem, δηλ. του συστήματος των μεταπρατών (Middlemen)[1].
Τα κυριότερα αποτελέσματα της μανουφακτούρας σε σχέση με τη συντεχνιακή χειροτεχνική παραγωγή είναι τα εξής: