Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεθοδολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεθοδολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Daniel Bensaid - Οντολογική Κριτική και Μεσσιανική Κριτική



Οντολογική κριτική και μεσσιανική κριτική

Η αστική τάξη αναρριχήθηκε στην εξουσία στο όνομα της Ιστορίας. Ελλείψει ηρωικών γενεαλογιών, έφερε για τίτλο νομιμότητας τη σατανική συνέργια του χρόνου και του χρήματος, Οι δουλειές της υπηρετούσαν την πρόοδο. Η πρόοδος ήταν δική της δουλειά. Από εδώ προκύπτει και η ευλαβική βεβαιότητά της ότι το καλύτερο είναι πάντα σίγουρο κι ότι το χειρότερο είναι μόνο η προβαλλόμενη σκιά αυτού του καλύτερου. Μόλις ο ιστορικός ορθός λόγος συμμάχησε με τον κρατικό ορθό λόγο αυτή η αισιοδοξία, αρχικά φορέας τόλμης και ανυπακοής, έγινε απολογητική.

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Η Πρόκληση του Badiou


Η Πρόκληση του Badiou

Μετάφραση: Μαχόμενος Υλισμός

Η πρόκληση του Badiou, η δοκιμασία που θέτει ο Badiou σε κάθε είδος φιλοσοφίας, είναι πως οι κατηγορίες είναι τρεις. Όχι, περισσότερες από τρεις, αλλά όχι και λιγότερες από τρείς. Η πρόκληση του Badiou είναι πως υπάρχουν σώματα και γλώσσες, αλλά και αλήθειες.

Η πρόκληση διαπερνά το σύνολο του έργου του
Badiou. Μια ιδιαίτερα σαφής έκφραση αυτής υπάρχει στην αρχή του Οι Λογικές των Κόσμων, όπου ο Badiou διαχωρίζει ξεκάθαρα τους στοχαστές σε αυτούς των δύο κατηγοριών και αυτούς των τριών. Οι στοχαστές δυο κατηγοριών ισχυρίζονται πως υπάρχουν μόνο σώματα και κώδικες, μόνο δύο βασικές κατηγορίες ύπαρξης. Αυτά τα “σώματα και  γλώσσες” μπορεί να εμφανίζονται με οποιαδήποτε εναλλακτικά ονόματα. Μερικοί φιλόσοφοι μιλούν για αντικείμενα και σχέσεις, άλλοι για επέκταση και σκέψη. Κάποιοι ασχολούνται με την ύλη και το νου, ενώ άλλοι καταπιάνονται με πράγματα και πληροφορίες. Τα ονόματα δεν είναι τόσο σημαντικά όσο η δέσμευση που εμπεριέχουν, το ότι υπάρχουν μόνο δυο βασικά πράγματα στον κόσμο, μόνο πραγματικές οντότητες και οι γλώσσες μέσων των οποίων συσχετίζονται.

Ως στοχαστής τριών κατηγοριών, ο Badiou ισχυρίζεται πως υπάρχουν τρεις θεμελιώδεις κατηγορίες, μια τριάδα διαστάσεων και όχι απλώς ένας δυϊσμός. Γι’αυτό υπάρχουν όχι μόνο σώματα και γλώσσες, αλλά και αλήθειες. Όχι απλά αντικείμενα και σχέσεις, όμως και αλλαγή. Όχι μόνο ύλη και νους αλλά και γίγνεσθαι. Όχι μόνο πράγματα και πληροφορίες αλλά και διαδικασία.

(Δεν είναι τυχαίο πως οι φιλόσοφοι έχουν πεδία για τα δύο πρώτα –οντολογία και επιστημολογία – αλλά κανένα καλό όνομα για το τρίτο. Πράξη; Επανάσταση; Αλλαγή παραδείγματος; Θεωρία του υποκειμένου; Οι φιλόσοφοι συχνά εντοπίζουν το τρίτο πράγμα εντός της οντολογίας ή της επιστημολογίας. Έτσι, δεν είναι ασυνήθιστο να πεις πως το είναι και το γίγνεσθαι είναι και τα δυο οντολογικά ερωτήματα. Ή πως η διαδικασία είναι μια μορφή σχέσης, και ως εκ τούτου ένα επιστημολογικό ερώτημα. Αλλά για μια αναγνωρισμένη επιστήμη για το συμβάν, o Badiou χρειάζεται να παλέψει.)

Χρησιμοποιώντας μια κάπως ακατάλληλη ορολογία, ο Badiou ονομάζει το πρώτο στρατόπεδο "δημοκρατικό υλισμό" και το δεύτερο "διαλεκτικό υλισμό". Αν και αργότερα, στη Λογική των Κόσμων χρησιμοποιεί την έννοια του atone ("άτονο" ή "μονότονο") και tendu ("τεταμένο" ή "έντονο") για να σημάνει κάτι παρόμοιο. Με κουνικούς όρους οι δύο τρόποι λειτουργίας θα ονομάζονταν "κανονική επιστήμη" και "επαναστατική επιστήμη". Ή μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε όρους όπως "αδρανής/αδρανοποιητικός" για τον πρώτο, και "μετασχηματιστικός" για το δεύτερο.

“Υπάρχουν μόνο σώματα και γλώσσες, εκτός από το ότι υπάρχουν αλήθειες”. Για να είμαι ξεκάθαρος, οι τρείς κατηγορίες δεν είναι ισότιμες, και η σύζευξη υποδηλώνει περισσότερο εξαίρεση παρά συνέχεια ή ομοιότητα. Το να πεις «είναι και συμβάν» στην πραγματικότητα σημαίνει «υπάρχει είναι αλλά υπάρχουν και συμβάντα» ή «τα συμβάντα είναι εξαιρέσεις του είναι». Και δοθέντος χρόνου, πολλά περισσότερα θα μπορούσαν να ειπωθούν για τη ρητορική της εξαίρεσης που υπάρχει σ’αυτό το τμήμα και σε όλο το βιβλίο. (σελίδες 4, 6, 32, 45, 360, κ.α. )

Συνοψίζοντας, η Πρόκληση του Badiou σημαίνει πως είσαι κοντόφθαλμος αν διακρίνεις μόνο δύο κατηγορίες. Αν αυτό που λες είναι "σώματα και γλώσσες" και τίποτα άλλο, έχεις αποτύχει. Κάθε πραγματική φιλοσοφία πρέπει να αποτελείται από σώματα και γλώσσες, αλλά και αλήθειες/συμβάντα. (Επακόλουθο: είσαι επίσης άστοχος αν ισχυριστείς πως υπάρχει μόνο μια κατηγορία: τα πάντα είναι αντικείμενο, τα πάντα είναι νους, τα πάντα είναι φτιαγμένα από τυρί κλπ. Έτσι, ενώ ένα άλλο μέρος του έργου του Badiou στηρίζεται στην υπόθεση πως τα πάντα είναι σύνολα, θέλει επίσης να αρνηθεί πως αυτό συνιστά οντολογικό μονισμό.)

Το τελευταίο πράγμα που θα επισημάνω έχει να κάνει με την έννοια. Είμαι ένθερμος αναγνώστης του Badiou και πιστεύω πως το έργο του είναι ατελείωτα συναρπαστικό και σημαντικό. Και για τον οποιοδήποτε ενδιαφέρεται για το πολιτικό, ο Badiou είναι σίγουρα ο σημαντικότερος στοχαστής που έχει υπάρξει εδώ και αρκετό καιρό – λέω πολιτικό, καθώς το ηθικό είναι μια ολότελα διαφορετική ερώτηση. Την ίδια στιγμή υπάρχουν μερικά θεμελιώδη ζητήματα που μου είναι δύσκολο να δεχτώ. Κύριο ανάμεσά τους είναι η χρήση των μαθηματικών και η αρέσκεια του για τον ιδεαλισμό, δυο χαρακτηριστικά που είναι στενά συνδεδεμένα. Συχνά σκέφτομαι πως η βασική εκτίμηση του Marx για τον Hegel ισχύει και για τον Badiou, δηλαδή το ότι ο Badiou στέκεται με το κεφάλι κάτω και χρειάζεται να τον ξαναστήσουμε στα πόδια του. Με άλλα λόγια, χρειαζόμαστε μια πλήρως υλιστική ερμηνεία για τον Badiou σήμερα, όπως όταν ο Marx διατύπωσε μια πλήρως υλιστική ερμηνεία για τον Hegel στα μέσα του 19ου αιώνα. Μια τέτοια ερμηνεία του Badiou θα απομάκρυνε την έντονη τάση του για έναν ιδιαίτερα αφηρημένο μαθηματικό φορμαλισμό, ο οποίος κινείται στα όρια της μαθηματικής μαντικής, απομακρύνοντας μαζί και τον αυτοαποκαλούμενο “Πλατωνισμό του πολλαπλού” του Badiou, υπέρ ενός συμβαντικού υλισμού ριζωμένου στο πραγματικό.

Από την άλλη, θεωρώ πως είναι κάπως επιπόλαιο να απορρίψουμε τον Badiou βασιζόμενοι σε κατηγορίες περί ιδεαλισμού, σε μια μάταιη απόπειρα να αποβάλουμε από πάνω μας το ζήτημα. Ως εκ τούτου, το βρίσκω ιδιαίτερα χρήσιμο να εξετάσουμε τον ιδεαλισμό του Badiou από την σκοπιά της έννοιας. Ο ιδεαλισμός είναι, στη ρίζα του, η επιστήμη της υποκειμενικότητας. Και η επιστήμη της υποκειμενικότητας του Badiou περιστρέφεται γύρω από την έννοια. Αλλά τι είναι μια έννοια; Εδώ μπορούμε να αντιδιαστέλλουμε δύο πρόσφατους ορισμούς της έννοιας, ο πρώτος από τους Deleuze και Guattari και ο δεύτερος από τον Badiou.

Στο Τι Είναι Φιλοσοφία; οι Deleuze & Guattari έγραψαν πως η φιλοσοφία είναι παραγωγή εννοιών. Η φιλοσοφία δεν είναι στοχασμός, αντανάκλαση, ή επικοινωνία. Δεν είναι η “αγάπη της σοφίας”. Αντίθετα, η φιλοσοφία είναι η πράξη της διατύπωσης νέων εννοιών, όπου “έννοια” εδώ σημαίνει κάθε ενδιαφέρουσα δομή της σκέψης. Μια έννοια μπορεί να είναι “το σώμα δίχως όργανα”, ή μπορεί να είναι “η εικόνα-συναίσθημα”. Όχι απλά συνώνυμη της αφαίρεσης ή της γενικότητας ως τέτοια, η έννοια είναι μια πολλαπλότητα, ένα είδος συναρμογής (assemblage) ή ένας χώρος ανάμειξης όπου τα σώματα ρέουν και ανταλλάσουν. Με αυτή τη σημασία, η “δημοκρατία” μάλλον δε θα αποτελούσε έννοια για τους Deleuze & Guattari, οι οποίοι θα την έθεταν ως “συναρμογή σωμάτων και εξουσιών”.

Αν για τους Deleuze & Guattari η έννοια είναι εκκίνηση, για τον Badiou η έννοια αποτελεί συνθήκη. Γι’αυτόν η “έννοια” είναι ένας νόμος, μια υπόσχεση, ή μια ελπίδα. Οι έννοιες είναι τα πράγματα που εμμένουν, τα πράγματα στα οποία τα υποκείμενα δεσμεύονται. Και με τη δέσμευση τους στις έννοιες, τα υποκείμενα μεταβαίνουν σε πλήρη ύπαρξη. Αν η έννοια του Deleuze έχει να κάνει με τη δημιουργικότητα και την έκφραση, η έννοια του Badiou είναι θεμελιωδώς ένα ερώτημα νόμου, περιορισμού και πιστότητας.

Ναι, ο Badiou είναι “ιδεαλιστής”, αλλά μόνο με τον τρόπο που ο αγωνιστής είναι ιδεαλιστής. Και οι δύο χρησιμοποιούν έννοιες για να δεσμεύσουν τα υποκείμενα σε αλήθειες. Εδώ, “έννοια” σημαίνει λιγότερο “ιδέα” και περισσότερο “ιδανικό”, δηλαδή μια επιθυμητή κατάσταση. Ο αγωνιστής είναι ιδεαλιστής γιατί αυτός ή αυτή εμμένει σ’ένα ιδανικό – κλιματική δικαιοσύνη ή την εξάλειψη της φτώχειας – και καθυποτάσσει τη δράση του σ’αυτό. Η θεωρία του υποκειμένου του Badiou είναι ταυτοτική. Το υποκείμενο εμμένει σε ένα συμβάν και γίνεται υποκείμενο της αλήθειας. Επομένως, η έννοια είναι το κλειδί για την κατανόηση του ιδεαλισμού του Badiou.     

Ναι, αυτό σημαίνει πως ο
Badiou είναι ηθικολόγος στον ύψιστο βαθμό. Από την άλλη όμως, το πολιτικό και το ηθικό είναι κυριολεκτικά το ίδιο πράγμα.


Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Daniel Bensaid - Περατό και μη περατό παίγνιο




Πραγματευόμενος την έννοια της εκμετάλλευσης κι έπειτα από μια σχολιαστική απαρίθμηση των εμφανίσεων του όρου στα κείμενα, ο Γιόν Έλστερ συμπεραίνει:
Όλα αυτά τα χωρία μαζί αναφέρουν κάπου δεκαπέντε ομάδες που παρουσιάζονται ως τάξεις στους διάφορους τρόπους παραγωγής: γραφειοκράτης και θεοκράτης στον ασιατικό τρόπο παραγωγής· δούλος και πληβείος στο δουλοκτητικό σύστημα· βιομηχανικός καπιταλιστής, χρηματιστής, γαιοκτήμονας, αγρότης, μικροαστός και μισθωτός στον καπιταλισμό. Πρέπει συνεπώς να επεξεργαστούμε έναν ορισμό συμβατό και με αυτή την απαρίθμηση και με τους θεωρητικούς περιορισμούς που συναρτώνται με την έννοια τάξη. Ειδικότερα, πρέπει να ορίσουμε τις τάξεις κατά τρόπο που να μπορούν να είναι τουλάχιστον δυνάμει συλλογικοί δρώντες. Ομοίως, τα συμφέροντα τους ως συλλογικοί δρώντες πρέπει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να απορρέουν από την οικονομική τους κατάσταση. Πρόκειται για γενικούς περιορισμούς, που όμως επιτρέπουν τουλάχιστον να αποκλείσουμε ορισμένες προτάσεις. Οι ομάδες εισοδημάτων δεν είναι τάξεις, ούτε οι ομάδες που προσδιορίζονται με εθνικά, θρησκευτικά, ή γλωσσικά κριτήρια.1
 Θεωρεί ότι η σχέση ιδιοκτησίας (ή μη ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής), όπως και η σχέση εκμετάλλευσης, είναι πολύ χοντροκομμένα κριτήρια για τον προσδιορισμό των τάξεων:
Αν θέλουμε να έχει η έννοια τάξη νόημα σε σχέση με την κοινωνική πάλη και τη συλλογική δράση, δεν πρέπει να την ορίσουμε με όρους εκμετάλλευσης, αφού κανένας δεν ξέρει ακριβώς πού να βάλει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους.
          Από την άλλη,
ο ορισμός των τάξεων με όρους καταπίεσης και υποδούλωσης παρέχει μεγάλη θέση  στις συμπεριφορές και ταυτόχρονα είναι ανεπαρκώς δομικός.


O Έλστερ προτείνει συνεπώς έναν γενικό ορισμό των τάξεων με όρους εφοδίων και συμπεριφορών: "Σε αυτά τα εφόδια περιλαμβάνονται τα υλικά αγαθά, τα άυλα χαρίσματα και τα πιο σταθερά μορφωτικά χαρακτηριστικά. Μεταξύ των συμπεριφορών πρέπει να αναφέρουμε το αν εργάζεται κάποιος ή δεν εργάζεται, αν δανείζει ή δανείζεται κεφάλαια, αν καλλιεργεί νοικιασμένη γη ή αν κατέχει γη και την παραχωρεί έναντι ενοικίου, αν δίνει ή αν παίρνει εντολές στο πλαίσιο της διαχείρισης νομικού προσώπου. Αυτές οι απαριθμήσεις φιλοδοξούν να είναι πλήρεις: μια τάξη είναι μια ομάδα ατόμων που, λόγων των εφοδίων που διαθέτουν, είναι υποχρεωμένα να επιδίδονται στις ίδιες δραστηριότητες, αν θέλουν να χρησιμοποιήσουν όσο το δυνατόν καλύτερα τα εν λόγω εφόδια. Πιστεύω ότι αυτός ο ορισμός είναι πέρα για πέρα ικανοποιητικός από εκτατική και και θεωρητική άποψη, αλλά λιγάκι ελλιπής από την άποψη της μεθοδολογίας. Η αποδοχή μεταβλητών αντικειμενικών ρόλων είναι αδυναμία, όπως και η αποδοχή μυ υλικών εφοδίων. Κι επιπλέον, βέβαια, ο ορισμός που επεξεργαστήκαμε έτσι μπορεί να αποδειχθεί τελικά λιγότερο χρήσιμος για την εξήγηση των κοινωνικών συγκρούσεων απ' ό,τι ήλπιζε ο Μάρξ".



Αυτός ο ορισμός των τάξεων υπακούει στον ορθολογικό κανόνα της βέλτιστης χρήσης των εφοδίων. Ο Έλστερ αναγνωρίζει ότι είναι συζητήσιμη η αναγωγή της πάλης των τάξεων σε ένα παιχνίδι όπου τα χαρτιά έχουν μοιραστεί στην αρχή της παρτίδας με βάση "άυλα εφόδια". Θα ήταν πιο συνετό να διευκρινιστεί η αναλογία: πρόκειται για περατό ή για μη περατό παιχνίδι; Ένα περατό παιχνίδι έχει μια συγκεκριμένη αρχή κι ένα συγκεκριμένο τέλος. Παίζεται με συμφωνημένους κανόνες εντός προσδιορισμένων χωρικών και χρονικών ορίων. Τελειώνει με μια αποφασιστική κίνηση που ούτε στέφεται με νίκη ή έπαθλο. Το μη περατό παιχνίδι, αντίθετα, δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Δεν έχει ούτε χωρικά ούτε χρονικά όρια. Η κάθε παρτίδα του "ανοίγει έναν νέο χρονικό ορίζοντα". Οι κανόνες του μπορούν να μεταβάλλονται ενόσω παίζεται. Δεν τελειώνει με τη νίκη ή με την ήττα, αλλά αναζωπυρώνεται από το γεγονός - αέναη γέννηση και αιώνια επανέναρξη- που ανοίγει ένα νέο πεδίο δυνατοτήτων. Η διαφορά είναι τεράστια.


Το περατό παιχνίδι μπορεί να χρησιμεύσει σαν πρότυπο στους λόγους περί τέλους της ιστορίας. Καταδικασμένο σε μια κατάληξη, επιτρέπει την ορθολογικοποίηση του παρελθόντος με βάση το παρόν, "να επανεξετάσουμε εκ των υστέρων το δρόμο που διανύθηκε ως τη νίκη". Δοξάζει έτσι το θρίαμβο του παρελθόντος επί του μέλλοντος. Η στρατηγική πρόβλεψη περιορίζεται τότε σε μια προκαταβολική εξήγηση που ακυρώνει κάθε μετέπειτα έρευνα. Το μη περατό παιχνίδι αποφεύγει αντιθέτως τη διάγνωση του αποτελέσματος και κρατάει το μέλλον ανοιχτό. Ο παίκτης του "αποδέχεται τη δυνατότητα" και συνεχίζει να παίζει με "την ελπίδα ότι θα εκπλαγεί". Σε κάθε έκπληξη το παρελθόν αποκαλύπτει μια νέα αρχή: "Στο βαθμό που το μέλλον είναι πάντα έκπληξη, το παρελθόν είναι πάντα αλλαγή". Δεν τίθεται πλέον ζήτημα να προπονείσαι επαναλαμβάνοντας μια γνωστή κίνηση για να τη μάθεις, αλλά να είσαι έτοιμος για την εφεύρεση που ξαναπαίζει στο μέλλον ένα ανολοκλήρωτο παρελθόν. Τείνοντας προς αυτόν τον άπιαστο ορίζοντα, ο παίκτης του απείρου δεν δαπανά χρόνο · δημιουργεί το χρόνο. Κάθε στιγμή είναι "αρχή ενός γεγονότος", ξεκίνημα προς το μέλλον, "που είναι το ίδιο φορτισμένο με μέλλον". Ενώ ο παίκτης του περατού αρκείται στην ανακεφαλαίωση μιας γνώσης σύμφωνα με την οποία οι ίδιες αιτίες παράγουν σίγουρα τα ίδια αποτελέσματα, ο παίκτης του απείρου επιδίδεται στην ιστόρηση που μας "καλεί να ξαναστοχαστούμε ό,τι νομίζαμε ότι γνωρίζαμε".

Η πάλη των τάξεων θα παρέπεμπε μάλλον στο μη περατό παιχνίδι: χωρίς αρχή, χωρίς όρια, χωρίς τέλος της παρτίδας. Και χωρίς διαιτητή για να σφυρίξει την έναρξη, να επιβλέπει για την τήρηρη των κανόνων και να στέφει τον νικητή. Η τελευταία λέξη δεν λέγεται ποτέ. Το παιχνίδι, όπως και το θέαμα, πρέπει να συνεχιστεί. Οι μνήμες φορτώνονται με την εμπειρία όλων των αποτυχημένων και επιτυχημένων κινήσεων των προηγούμενων παρτίδων. Μέχρι εξαντλήσεων, μέσα στην ομίχλη του ορίζοντα, όπου μια απίθανη μεσσιανική έκρηξη θα ξανάδινε το προσωρινό νόημα της πορείας που διανύθηκε.


"Πως να φυλάξουμε όλα τα περατά παιχνίδια μας μέσα σε ένα μη περατό παιχνίδι;"

Πως να αντισταθούμε στην αδιαφορία για το μηδαμινό κέρδος της παρτίδας και, ταυτόχρονα στη όχι λιγότερο μηδαμινή ψευδαίσθηση της νίκης; Πως να αγωνιστούμε, όχι για να επιβεβαιώσουμε το νόημα της ιστορίας, αλλά για ν'αλλάξουμε τις δυνατότητες ωθώντας ολοένα και μακρύτερα τα όρια του παιχνιδιού; Η απάντηση βρίσκεται πιθανώς στην πολιτική, που είναι η "τέχνη του εφικτού", όχι με την πεζή έννοια που της έδινε ο Μπίσμαρκ, αλλά με την έννοια της εγερτήριας στρατηγικής, ικανής να διακόψει την καταστροφική ακολουθία του μηχανικού χρόνου.

Όπως το μη περατό παιχνίδι, η πάλη των τάξεων δεν γνωρίζει παρά μόνο προσωρινές νίκες (και προσωρινούς συμβιβασμούς). Αλλά η σύγκριση έχει τα όρια της. Η θεωρία των παιγνίων έχει αρχή της ότι "κανένας δεν μπορεί να παίξει αν εξαναγκαστεί να παίξει" και ότι "όποιος είναι υποχρεωμένος να παίξει δεν μπορεί να παίξει". Ο Έλστερ αντιλαμβάνεται το πρόβλημα όταν ζητάει συγγνώμη που αποδέχτηκε "μεταβλητούς αντικειμενικούς ρόλους και άυλα εφόδια". Ατομικά μπορούμε πάντα να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε παιχνίδι, να αλλάξουμε δεδομένα, περνώντας από μια τάξη σε άλλη. Στις σύγχρονες κοινωνίες η κοινωνική κινητικότητα επιτρέπει αυτές τις μεταπηδήσεις και τις προαγωγές. Μέσα σε ορισμένα όρια, το άτομο μπορεί έτσι να έχει την αυταπάτη ότι επιλέγει την τάξη του, τα χαρτιά του και τη θέση του γύρω από τη τσόχα. Οι παραδειγματικές επιτυχίες συντηρούν το μύθο αυτής της ελευθερίας. Συλλογικά οι ρόλοι δεν παύουν να διανέμονται και να διαιωνίζονται σταθερά από την κοινωνική αναπαραγωγή.

Η πάλη δεν είναι παιχνίδι είναι σύγκρουση.

Ο καταπιεσμένος είναι καταδικασμένος να αντισταθεί, αν δε θέλει απλώς να συντριβεί. Η ζωτική ανάγκη να παλέψει απαγορεύει κάθε μοντέλο υπό τη μορφή παιγνίου. Χωρίς αρχή ή τέλος, αυτή η σύγκρουση είναι μια ανελέητη πάλη σώμα με σώμα, της οποίας οι κανόνες ποικίλουν ανάλογα με τη δύναμη.


Πηγή: Daniel Bensaid, Ο Μάρξ της Εποχής μας, σ. 165-8, Εκδόσεις Τόπος



1  Jon Elster, Karl Marx, une interprétation analytique, ό.π., σελ. 435. Ο Έλστερ εκτιμά ότι δεν είναι πλέον "δυνατό σήμερα, ηθικά ή πνευματικά, να είναι κάποιος μαρξιστής με την παραδοσιακή έννοια". Η κρίση παραείναι κάθετη για να μην κρύβει παγίδες. Αν εννοεί λέγοντας μαρξιστής "με την παραδοσιακή έννοια" τον τύπο πολιτικής και θεωρητικής στάσης του οποίου υπήρξαν φορείς τα κόμματα του "ορθόδοξου μαρξισμού", σοσιαλδημοκρατικά ή σταλινικά, θα συμφωνήσουμε χωρίς δυσκολία ότι δεν είναι πλέον δυνατό να είναι κάποιος, ηθικά ή πνευματικά, μαρξιστής κατ'αυτόν τον τρόπο. Αμφισβητούμε όμως την άποψη ότι αυτό χρονολογείται από σήμερα ή από χθες. Αυτό που ήταν εδώ και πολύ καιρό αδύνατο να έχει γίνει απλώς ανείπωτο. Η σημερινή εγκατάλειψη του παραδοσιακού μαρξισμού από τον Έλστερ παρουσιάζεται σαν ένας εναλλακτικός μαρξισμός, μη παραδοσιακός, σαν "αναλυτικός μαρξισμός". Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για κατεδάφιση, πλαγίως όχι λιγότερο συστηματικά της θεωρίας του Μαρξ