Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Daniel Bensaid - Περατό και μη περατό παίγνιο




Πραγματευόμενος την έννοια της εκμετάλλευσης κι έπειτα από μια σχολιαστική απαρίθμηση των εμφανίσεων του όρου στα κείμενα, ο Γιόν Έλστερ συμπεραίνει:
Όλα αυτά τα χωρία μαζί αναφέρουν κάπου δεκαπέντε ομάδες που παρουσιάζονται ως τάξεις στους διάφορους τρόπους παραγωγής: γραφειοκράτης και θεοκράτης στον ασιατικό τρόπο παραγωγής· δούλος και πληβείος στο δουλοκτητικό σύστημα· βιομηχανικός καπιταλιστής, χρηματιστής, γαιοκτήμονας, αγρότης, μικροαστός και μισθωτός στον καπιταλισμό. Πρέπει συνεπώς να επεξεργαστούμε έναν ορισμό συμβατό και με αυτή την απαρίθμηση και με τους θεωρητικούς περιορισμούς που συναρτώνται με την έννοια τάξη. Ειδικότερα, πρέπει να ορίσουμε τις τάξεις κατά τρόπο που να μπορούν να είναι τουλάχιστον δυνάμει συλλογικοί δρώντες. Ομοίως, τα συμφέροντα τους ως συλλογικοί δρώντες πρέπει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να απορρέουν από την οικονομική τους κατάσταση. Πρόκειται για γενικούς περιορισμούς, που όμως επιτρέπουν τουλάχιστον να αποκλείσουμε ορισμένες προτάσεις. Οι ομάδες εισοδημάτων δεν είναι τάξεις, ούτε οι ομάδες που προσδιορίζονται με εθνικά, θρησκευτικά, ή γλωσσικά κριτήρια.1
 Θεωρεί ότι η σχέση ιδιοκτησίας (ή μη ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής), όπως και η σχέση εκμετάλλευσης, είναι πολύ χοντροκομμένα κριτήρια για τον προσδιορισμό των τάξεων:
Αν θέλουμε να έχει η έννοια τάξη νόημα σε σχέση με την κοινωνική πάλη και τη συλλογική δράση, δεν πρέπει να την ορίσουμε με όρους εκμετάλλευσης, αφού κανένας δεν ξέρει ακριβώς πού να βάλει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους.
          Από την άλλη,
ο ορισμός των τάξεων με όρους καταπίεσης και υποδούλωσης παρέχει μεγάλη θέση  στις συμπεριφορές και ταυτόχρονα είναι ανεπαρκώς δομικός.


O Έλστερ προτείνει συνεπώς έναν γενικό ορισμό των τάξεων με όρους εφοδίων και συμπεριφορών: "Σε αυτά τα εφόδια περιλαμβάνονται τα υλικά αγαθά, τα άυλα χαρίσματα και τα πιο σταθερά μορφωτικά χαρακτηριστικά. Μεταξύ των συμπεριφορών πρέπει να αναφέρουμε το αν εργάζεται κάποιος ή δεν εργάζεται, αν δανείζει ή δανείζεται κεφάλαια, αν καλλιεργεί νοικιασμένη γη ή αν κατέχει γη και την παραχωρεί έναντι ενοικίου, αν δίνει ή αν παίρνει εντολές στο πλαίσιο της διαχείρισης νομικού προσώπου. Αυτές οι απαριθμήσεις φιλοδοξούν να είναι πλήρεις: μια τάξη είναι μια ομάδα ατόμων που, λόγων των εφοδίων που διαθέτουν, είναι υποχρεωμένα να επιδίδονται στις ίδιες δραστηριότητες, αν θέλουν να χρησιμοποιήσουν όσο το δυνατόν καλύτερα τα εν λόγω εφόδια. Πιστεύω ότι αυτός ο ορισμός είναι πέρα για πέρα ικανοποιητικός από εκτατική και και θεωρητική άποψη, αλλά λιγάκι ελλιπής από την άποψη της μεθοδολογίας. Η αποδοχή μεταβλητών αντικειμενικών ρόλων είναι αδυναμία, όπως και η αποδοχή μυ υλικών εφοδίων. Κι επιπλέον, βέβαια, ο ορισμός που επεξεργαστήκαμε έτσι μπορεί να αποδειχθεί τελικά λιγότερο χρήσιμος για την εξήγηση των κοινωνικών συγκρούσεων απ' ό,τι ήλπιζε ο Μάρξ".



Αυτός ο ορισμός των τάξεων υπακούει στον ορθολογικό κανόνα της βέλτιστης χρήσης των εφοδίων. Ο Έλστερ αναγνωρίζει ότι είναι συζητήσιμη η αναγωγή της πάλης των τάξεων σε ένα παιχνίδι όπου τα χαρτιά έχουν μοιραστεί στην αρχή της παρτίδας με βάση "άυλα εφόδια". Θα ήταν πιο συνετό να διευκρινιστεί η αναλογία: πρόκειται για περατό ή για μη περατό παιχνίδι; Ένα περατό παιχνίδι έχει μια συγκεκριμένη αρχή κι ένα συγκεκριμένο τέλος. Παίζεται με συμφωνημένους κανόνες εντός προσδιορισμένων χωρικών και χρονικών ορίων. Τελειώνει με μια αποφασιστική κίνηση που ούτε στέφεται με νίκη ή έπαθλο. Το μη περατό παιχνίδι, αντίθετα, δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Δεν έχει ούτε χωρικά ούτε χρονικά όρια. Η κάθε παρτίδα του "ανοίγει έναν νέο χρονικό ορίζοντα". Οι κανόνες του μπορούν να μεταβάλλονται ενόσω παίζεται. Δεν τελειώνει με τη νίκη ή με την ήττα, αλλά αναζωπυρώνεται από το γεγονός - αέναη γέννηση και αιώνια επανέναρξη- που ανοίγει ένα νέο πεδίο δυνατοτήτων. Η διαφορά είναι τεράστια.


Το περατό παιχνίδι μπορεί να χρησιμεύσει σαν πρότυπο στους λόγους περί τέλους της ιστορίας. Καταδικασμένο σε μια κατάληξη, επιτρέπει την ορθολογικοποίηση του παρελθόντος με βάση το παρόν, "να επανεξετάσουμε εκ των υστέρων το δρόμο που διανύθηκε ως τη νίκη". Δοξάζει έτσι το θρίαμβο του παρελθόντος επί του μέλλοντος. Η στρατηγική πρόβλεψη περιορίζεται τότε σε μια προκαταβολική εξήγηση που ακυρώνει κάθε μετέπειτα έρευνα. Το μη περατό παιχνίδι αποφεύγει αντιθέτως τη διάγνωση του αποτελέσματος και κρατάει το μέλλον ανοιχτό. Ο παίκτης του "αποδέχεται τη δυνατότητα" και συνεχίζει να παίζει με "την ελπίδα ότι θα εκπλαγεί". Σε κάθε έκπληξη το παρελθόν αποκαλύπτει μια νέα αρχή: "Στο βαθμό που το μέλλον είναι πάντα έκπληξη, το παρελθόν είναι πάντα αλλαγή". Δεν τίθεται πλέον ζήτημα να προπονείσαι επαναλαμβάνοντας μια γνωστή κίνηση για να τη μάθεις, αλλά να είσαι έτοιμος για την εφεύρεση που ξαναπαίζει στο μέλλον ένα ανολοκλήρωτο παρελθόν. Τείνοντας προς αυτόν τον άπιαστο ορίζοντα, ο παίκτης του απείρου δεν δαπανά χρόνο · δημιουργεί το χρόνο. Κάθε στιγμή είναι "αρχή ενός γεγονότος", ξεκίνημα προς το μέλλον, "που είναι το ίδιο φορτισμένο με μέλλον". Ενώ ο παίκτης του περατού αρκείται στην ανακεφαλαίωση μιας γνώσης σύμφωνα με την οποία οι ίδιες αιτίες παράγουν σίγουρα τα ίδια αποτελέσματα, ο παίκτης του απείρου επιδίδεται στην ιστόρηση που μας "καλεί να ξαναστοχαστούμε ό,τι νομίζαμε ότι γνωρίζαμε".

Η πάλη των τάξεων θα παρέπεμπε μάλλον στο μη περατό παιχνίδι: χωρίς αρχή, χωρίς όρια, χωρίς τέλος της παρτίδας. Και χωρίς διαιτητή για να σφυρίξει την έναρξη, να επιβλέπει για την τήρηρη των κανόνων και να στέφει τον νικητή. Η τελευταία λέξη δεν λέγεται ποτέ. Το παιχνίδι, όπως και το θέαμα, πρέπει να συνεχιστεί. Οι μνήμες φορτώνονται με την εμπειρία όλων των αποτυχημένων και επιτυχημένων κινήσεων των προηγούμενων παρτίδων. Μέχρι εξαντλήσεων, μέσα στην ομίχλη του ορίζοντα, όπου μια απίθανη μεσσιανική έκρηξη θα ξανάδινε το προσωρινό νόημα της πορείας που διανύθηκε.


"Πως να φυλάξουμε όλα τα περατά παιχνίδια μας μέσα σε ένα μη περατό παιχνίδι;"

Πως να αντισταθούμε στην αδιαφορία για το μηδαμινό κέρδος της παρτίδας και, ταυτόχρονα στη όχι λιγότερο μηδαμινή ψευδαίσθηση της νίκης; Πως να αγωνιστούμε, όχι για να επιβεβαιώσουμε το νόημα της ιστορίας, αλλά για ν'αλλάξουμε τις δυνατότητες ωθώντας ολοένα και μακρύτερα τα όρια του παιχνιδιού; Η απάντηση βρίσκεται πιθανώς στην πολιτική, που είναι η "τέχνη του εφικτού", όχι με την πεζή έννοια που της έδινε ο Μπίσμαρκ, αλλά με την έννοια της εγερτήριας στρατηγικής, ικανής να διακόψει την καταστροφική ακολουθία του μηχανικού χρόνου.

Όπως το μη περατό παιχνίδι, η πάλη των τάξεων δεν γνωρίζει παρά μόνο προσωρινές νίκες (και προσωρινούς συμβιβασμούς). Αλλά η σύγκριση έχει τα όρια της. Η θεωρία των παιγνίων έχει αρχή της ότι "κανένας δεν μπορεί να παίξει αν εξαναγκαστεί να παίξει" και ότι "όποιος είναι υποχρεωμένος να παίξει δεν μπορεί να παίξει". Ο Έλστερ αντιλαμβάνεται το πρόβλημα όταν ζητάει συγγνώμη που αποδέχτηκε "μεταβλητούς αντικειμενικούς ρόλους και άυλα εφόδια". Ατομικά μπορούμε πάντα να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε παιχνίδι, να αλλάξουμε δεδομένα, περνώντας από μια τάξη σε άλλη. Στις σύγχρονες κοινωνίες η κοινωνική κινητικότητα επιτρέπει αυτές τις μεταπηδήσεις και τις προαγωγές. Μέσα σε ορισμένα όρια, το άτομο μπορεί έτσι να έχει την αυταπάτη ότι επιλέγει την τάξη του, τα χαρτιά του και τη θέση του γύρω από τη τσόχα. Οι παραδειγματικές επιτυχίες συντηρούν το μύθο αυτής της ελευθερίας. Συλλογικά οι ρόλοι δεν παύουν να διανέμονται και να διαιωνίζονται σταθερά από την κοινωνική αναπαραγωγή.

Η πάλη δεν είναι παιχνίδι είναι σύγκρουση.

Ο καταπιεσμένος είναι καταδικασμένος να αντισταθεί, αν δε θέλει απλώς να συντριβεί. Η ζωτική ανάγκη να παλέψει απαγορεύει κάθε μοντέλο υπό τη μορφή παιγνίου. Χωρίς αρχή ή τέλος, αυτή η σύγκρουση είναι μια ανελέητη πάλη σώμα με σώμα, της οποίας οι κανόνες ποικίλουν ανάλογα με τη δύναμη.


Πηγή: Daniel Bensaid, Ο Μάρξ της Εποχής μας, σ. 165-8, Εκδόσεις Τόπος



1  Jon Elster, Karl Marx, une interprétation analytique, ό.π., σελ. 435. Ο Έλστερ εκτιμά ότι δεν είναι πλέον "δυνατό σήμερα, ηθικά ή πνευματικά, να είναι κάποιος μαρξιστής με την παραδοσιακή έννοια". Η κρίση παραείναι κάθετη για να μην κρύβει παγίδες. Αν εννοεί λέγοντας μαρξιστής "με την παραδοσιακή έννοια" τον τύπο πολιτικής και θεωρητικής στάσης του οποίου υπήρξαν φορείς τα κόμματα του "ορθόδοξου μαρξισμού", σοσιαλδημοκρατικά ή σταλινικά, θα συμφωνήσουμε χωρίς δυσκολία ότι δεν είναι πλέον δυνατό να είναι κάποιος, ηθικά ή πνευματικά, μαρξιστής κατ'αυτόν τον τρόπο. Αμφισβητούμε όμως την άποψη ότι αυτό χρονολογείται από σήμερα ή από χθες. Αυτό που ήταν εδώ και πολύ καιρό αδύνατο να έχει γίνει απλώς ανείπωτο. Η σημερινή εγκατάλειψη του παραδοσιακού μαρξισμού από τον Έλστερ παρουσιάζεται σαν ένας εναλλακτικός μαρξισμός, μη παραδοσιακός, σαν "αναλυτικός μαρξισμός". Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για κατεδάφιση, πλαγίως όχι λιγότερο συστηματικά της θεωρίας του Μαρξ

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Gilles Deleuze, Felix Guattari - Τι είναι έννοια; (αποσπάσματα, 1ο μέρος)


Δεν υπάρχει απλή έννοια. Κάθε έννοια έχει συνιστώσες και ορίζεται μέσω αυτών. Έχει επομένως ένα συνδυασμό. Είναι πολλαπλότητα - αν και δεν είναι κάθε πολλαπλότητα εννοιακή.

(...)Η έννοια είναι ένα όλον διότι ολοποιεί τις συνιστώσες της, πλην όμως όλον αποσπασματικό. 

(...)Κοντολογίς, λέμε ότι κάθε έννοια έχει πάντοτε μιαν ιστορία, παρά το γεγονός ότι αυτή η ιστορία είναι τεθλασμένη και περνά σε περίπτωση ανάγκης από άλλα προβλήματα και διαφορετικά επίπεδα. Σε μιαν έννοια υπάρχουν, πολύ συχνά, κομμάτια ή συνιστώσες που προέρχονται από έννοιες οι οποίες απαντούσαν σε άλλα προβλήματα και προϋπέθεταν άλλα επίπεδα.Πράγμα που είναι υποχρεωτικό, αφού κάθε έννοια επιτελεί μιαν νέα κατάτμιση, αποκτά νέα περιγράμματα και πρέπει να επανενεργοποιηθεί ή να επανασυνδεθεί.

Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, μια έννοια έχει ένα γίγνεσθαι το οποίο, εν προκειμένω, αφορά τη σχέση της με τις άλλες έννοιες, που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Εδώ, οι έννοιες συναρμόζονται η μια με την άλλη, ξανακόβουν η μια την άλλη, συντονίζουν τα περιγράμματά τους, συνθέτουν τα αντίστοιχα προβλήματα, ανήκουν στην ίδια φιλοσοφία - έστω κι αν είναι διαφορετικές οι ιστορίες τους. Όντως, κάθε έννοια, εφ' όσον έχει πεπερασμένο αριθμό συνιστωσών, θα διακλαδωθεί σε άλλες έννοιες, που παρ' ότι έχουν διαφορετική σύνθεση αποτελούν άλλες περιοχές του ίδιου επιπέδου, οι οποίες με τη σειρά τους απαντούν σε ενδεχομένως συνδεόμενα προβλήματα, συμμετέχουν σε μιαν από κοινού δημιουργία. Μια έννοια δεν απαιτεί μόνον ένα πρόβλημα, βάσει του οποίου μετασχηματίζει ή αντικαθιστά τις προηγούμενες έννοιες, αλλά ένα σταυροδρόμι προβλημάτων, όπου συνδέεται με άλλες συνυπάρχουσες έννοιες.

(...)Κατά πρώτον λόγο, η εκάστοτε έννοια παραπέμπει σε άλλες έννοιες, όχι μόνο μέσα στην ιστορία της, αλλά και μέσα στο γίγνεσθαι ή τις παρούσες συνδέσεις της. Κάθε έννοια χωριστά έχει συνιστώσες, οι οποίες μπορούν με τη σειρά τους να εκληφθούν ως έννοιες. Οι έννοιες βαίνουν, επομένως, ως το άπειρο και άρα, δημιουργημένες καθώς είναι, δεν δημιουργούνται ποτέ εκ του μηδενός. Κατά δεύτερον λόγο, το ίδιον της έννοιας είναι να καθιστά τις συνιστώσες αχώριστες εντός της: διακριτές, ετερογενείς και όμως αχώριστες - αυτό είναι το καθεστώς των συνιστωσών ή εκείνο που ορίζει την συνέπεια της έννοιας, την ενδοσυνέπεια της. Πρόκειται για το ότι η εκάστοτε διακριτή συνιστώσα παρουσιάζει μιαν μερική επικάλυψη, μιαν ζώνη γειτονίας ή ένα κατώφλι αδιακριτότητας της από μιαν άλλη: για παράδειγμα, στην έννοια του Άλλου ο δυνατός κόσμος δεν υπάρχει πέρα από το πρόσωπο που τον εκφράζει, αν και διακρίνεται από αυτό, όπως διακρίνεται το εκφραζόμενο από την έκφραση· το δε πρόσωπο είναι με την σειρά του η εγγύτητα των λέξεων, των οποίων είναι ήδη ο τηλεβόας.Οι συνιστώσες παραμένουν διακριτές, αλλά υπάρχει κάτι που περνά από την μια στην αλλή, κάτι που παραμένει ανεπίκριτο μεταξύ αυτών των δυο: υπάρχει ένα πεδίο αβ που ανήκει τόσο στο α όσο και στο β, όπου το α και το β «γίνονται» μη διακριτά. Αυτές οι ζώνες, τα κατώφλια ή τα γίγνεσθαι, αυτός ο αχώριστος χαρακτήρας είναι που ορίζουν την εσωτερική συνέπεια της έννοιας. Όμως αυτή διαθέτει και μια εξωσυνέπεια, με άλλες έννοιες, αφού η αντίστοιχη δημιουργία εκείνων συνεπάγεται την κατασκευή μιας γέφυρας στο ίδιο επίπεδο. Οι ζώνες και οι γέφυρες είναι οι αρμοί της έννοιας.

Κατά τρίτο λόγο, η εκάστοτε έννοια μπορεί κατά συνέπεια να θεωρηθεί ως το σημείο σύμπτωσης, συμπύκνωσης ή συσσώρευσης των δικών της συνιστωσών. Το εννοιακό σημείο διατρέχει αδιάκοπα τις συνιστώσες, ανεβοκατεβαίνοντας μέσα σε αυτές. Υπ' αυτό το νόημα, κάθε συνιστώσα είναι ένα εντασιακό γνώρισμα, μια εντασιακή τεταγμένη, που δεν πρέπει να νοηθεί ούτε ως γενική ούτε ως καθ' έκαστον, αλλά απλώς ως ενικότητα - «ένας» δυνατός κόσμος, «ένα» πρόσωπο, «επί μέρους» λέξεις· αυτή η ενικότητα γίνεται καθ' έκαστον πράγμα ή γενικεύεται, ανάλογα με το αν της δίνουμε κάποιες μεταβλητές τιμές ή αν της ορίζουμε μιαν σταθερή συνάρτηση. Όμως, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στις επιστήμες, στην έννοια δεν υπάρχει ούτε σταθερά ούτε μεταβλητή και δεν διακρίνουμε τα μεταβλητά είδη ως προς ένα σταθερό γένος, όχι περισσότερο απ' ότι διακρίνουμε ένα σταθερό είδος για κάποια μεταβλητά άτομα. Οι σχέσεις μέσα στην έννοια δεν είναι ούτε σχέσεις βάθους ούτε έκτασης αλλά μονάχα τάξης, οι συνιστώσες της έννοιας δεν είναι ούτε σταθερές ούτε μεταβλητές αλλά απλώς μόνο παραλλαγές - διατεταγμένες ανάλογα με τη γειτονία τους. Πρόκειτε για σχέσεις διαβάθμισης και μετατόνισης. Η έννοια ενός πτηνού δεν έγκειται στο γένος ή το είδος του αλλά στη σύνθεση των στάσεών του, των χρωμάτων και του κελαηδίσματός του: πρόκειται για κάτι δυσδιάκριτο, που είναι μάλλον συνειδησία παρά συναισθησία· η έννοια αποτελεί ετερογένεση, δηλαδή μια διάταξη των συνιστωσών της σε ζώνες γειτονίας. Είναι διατακτική, είναι μια ένταση παρούσα σε όλα τα γνωρίσματα που την αποτελούν. Διατρέχοντας μάλιστα συνεχώς όλες τις συνιστώσες, σύμφωνα με μια τάξη δίχως απόσταση, η έννοια είναι σε κατάσταση επισκόπησης[1] ως προς αυτές.Είναι άμεσα συμπαρούσα, χωρίς καμία απόσταση, σε όλες τις συνιστώσες ή τις παραλλαγές της, περνά και ξαναπερνά από αυτές - είναι μια επανάληψη, ένα [λ.χ. μουσικό] έργο που διαθέτει τον συνδυασμό του.

Η έννοια είναι κάτι ασώματο, παρ' ότι ενσαρκώνεται και πραγματώνεται σε σώματα. Ένας λόγος περισσότερο για να μην συγχέεται με την κατάσταση πραγμάτων στην οποία πραγματώνεται.Δεν διαθέτει χωροχρονικές συντεταγμένες αλλά μόνο εντασιακές τεταγμένες. Δεν έχει ενέργεια αλλά μόνο εντάσεις, είναι μη ενεργειακή (η ενέργεια δεν είναι η ένταση αλλά ο τρόπος που αυτή αναπτύσσεται και ακυρώνεται σε μια εκτασιακή κατάσταση πραγμάτων). Η έννοια λέει το συμβάν και όχι την ουσία ή το πράγμα. Πρόκειτε για ένα Συμβάν καθαρό, μια haecceitas[2], μιαν οντότητα - το συμβάν του Άλλου ή το συμβάν του προσώπου (όταν το πρόσωπο με την σειρά του εκλαμβάνεται ως έννοια). Ή το πτηνό ως συμβάν. Η έννοια ορίζεται μέσω του αχώριστου χαρακτήρα ενός πεπερασμένου αριθμού ετερογενών συνιστωσών, τις οποίες διατρέχει με άπειρη ταχύτητα ένα σημείο σε κατάσταση απόλυτης επισκόπησης. Οι έννοιες αποτελούν «απόλυτες επιφάνειες και όγκους», μορφές που δεν έχουν άλλο αντικείμενοαπό τον αχώριστο χαρακτήρα των διακριτών παραλλαγών[3]. Η «επισκόπηση» είναι η κατάσταση της έννοιας, η ίδια της η απειρότητα, αν και τα άπειρα είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα ανάλογα με τον συνδυασμό των συνιστωσών, των κατωφλίων και των γεφυρών. Από αυτή την άποψη, η έννοια είναι όντος ενέργημα της σκέψης, η δε σκέψη κινείται με άπειρη ταχύτητα (αν και άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο μεγάλη).

Η έννοια είναι επομένως συνάμα απόλυτη και σχετική: σχετική ως προς τα ίδια της τα συστατικά, ως προς τις υπόλοιπες έννοιες, ως προς το επίπεδο που πάνω του οριοθετείται, ως προς τα προβλήματα που λογίζεται ότι επιλύει, αλλά απόλυτη μέσα στη συμπύκνωση που επιτελεί, τον τόπο που καταλαμβάνει στο επίπεδο, από τους όρους που επιβάλλει στο εκάστοτε πρόβλημα. Είναι απόλυτη μεν ως όλον, σχετική δε καθ' ότι αποσπασματική. Είναι άπειρη κατά την επισκόπηση ή την ταχύτητά της αλλά πεπερασμένη κατά την κίνηση που χαράζει το περίγραμμα των συνιστωσών της.

(...)Αυτό που εν τούτοις παραμένει απόλυτο, είναι ο τρόπος που τίθεται η δημιουργημένη έννοια καθ' εαυτήν και σε σχέση με τις άλλες. Η σχετικότητα ή η απολυτότητα της έννοιας αποτελούν, όπως η παιδαγωγική και η οντολογία της, την δημιουργία και την αυτοθεσία της, την ιδεατότητα και την πραγματικότητά της. Πραγματική χωρίς να είναι ενεργεία, ιδεατή χωρίς να είναι αφηρημένη... η έννοια ορίζεται μέσω της συνέπειάς της, της ενδοσυνέπειας και της εξωσυνέπειας, χωρίς ωστόσο να έχει αναφορά: είναι αυτοαναφορική, θέτει τον εαυτό της και θέτει το αντικείμενό της ενώ συγχρόνως δημιουργείται. Ο κονστρουκτιβισμός ενοποιεί το σχετικό και το απόλυτο.

Μετάφραση: Σταματίνα Μανδηλαρά

___________________________________


[1]. Ο συγγραφέας εδώ κάνει λογοπαίγνιο με τη λέξη survol που στα γαλλικά σημαίνει και εξετάζω και πετώ. Έτσι μπορεί να σημαίνει τόσο πτήση όσο και επισκόπηση. Γι' αυτό και χρησιμοποιεί προς επίρρωσιν των ισχυρισμών του την καντιανή εικόνα του πτηνού.

[2]. Haecceitas: όρος του Duns Scotus. Στον Duns Scotus δηλώνει αυτό, δια του οποίου το κάθε ένα συγκεκριμένο πράγμα, που ανήκει σε ένα είδος, διακρίνεται από τα άλλα μέλη του ίδιου είδους. Αυτό που κάνει τον Σωκράτη να είναι ο συγκεκριμένος Σωκράτης, ο δάσκαλος του Πλάτωνα, που ήπιε το κώνειο.
Ο όρος χρησιμοποιείται και στην τροπική λογική. Στα ελληνικά, έχει αποδοθεί και ως αυτότητα.

[3]. Σχετικά με την επισκόπηση, τις επιφάνειες ή τις εντάσεις ως πραγματικές βλέπε Raymond Ruyer, Neo-finalisme, P.U.F., κεφ. ΙΧ-ΧΙ.

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Gilles Deleuze - Ο τελευταίος άνθρωπος και ο άνθρωπος που θέλει να χαθεί

Ο τελευταίος άνθρωπος και ο άνθρωπος που θέλει να χαθεί : στιγμή του τέλους.Ο θάνατος του Θεού είναι λοιπόν ένα συμβάν, το οποίο όμως περιμένει ακόμα το νόημά του και την αξία του.Όσο δεν αλλάζουμε αρχή αξιολόγησης, όσο αντικαθιστούμε τις παλιές αξίες με καινούργιες, σημειώνοντας μόνο τους καινούργιους συνδυασμούς ανάμεσα στις αντενεργές δυνάμεις και στη θέληση για μηδέν, τίποτε δεν έχει αλλάξει, είμαστε πάντα υπό τη βασιλεία των κατεστημένων αξιών. Ξέρουμε καλά ότι υπάρχουν αξίες που γεννιούνται γέρικες και που από τη γέννησή τους μαρτυρούν τη συμμόρφωσή τους, τον κομφορμισμό τους, την ανικανότητα τους να διαταράξουν κάθε κατεστημένη τάξη πραγμάτων.Και όμως, σε κάθε βήμα, ο μηδενισμός προχωράει παραπέρα, η ματαιότητα αποκαλύπτεται καλύτερα.Γιατί αυτό που εμφανίζεται με το θάνατο του Θεού είναι ότι η συμμαχία των αντενεργών δυνάμεων και της θέλησης για μηδέν, του αντενεργού Ανθρώπου και του μηδενιστή Θεού, πάει να σπάσει : ο άνθρωπος αξίωσε να περάσει για Θεός, να αξίζει όσο ο Θεός.Οι νιτσεϊκές έννοιες είναι κατηγορίες του ασυνείδητου.Το σπουδαίο είναι ο τρόπος με τον οποίο συνεχίζεται το δράμα μέσα στο ασυνείδητο : όταν οι αντενεργές δυνάμεις αξιώνουν να περάσουν για ''θέληση'', κυλούν όλο και πιο μακριά μέσα στην άβυσσο του μηδενός, μέσα σ' έναν κόσμο ολοένα και πιο απογυμνωμένο από αξίες, θεϊκές ή και ανθρώπινες.Στο τέλος των Ανώτερων ανθρώπων εμφανίζεται ο τελευταίος άνθρωπος, εκείνος που λέει : όλα είναι μάταια, καλύτερα να σβήσουμε παθητικά ! Καλύτερα ένα μηδέν για θέληση παρά μια θέληση για μηδέν ! Αλλά, χάρη σ' αυτήν τη ρήξη, η θέληση για μηδέν στρέφεται με τη σειρά της εναντίον των αντενεργών δυνάμεων, γίνεται η θέληση για άρνηση της ζωής αντενεργή και η ίδια, και εμπνέει στον άνθρωπο τον πόθο να καταστραφεί ενεργά.Πέρα από τον τελευταίο άνθρωπο, υπάρχει λοιπόν ακόμη ο άνθρωπος που θέλει να χαθεί.Και σ' αυτό το σημείο ολοκλήρωσης του μηδενισμού (Μεσάνυχτα), όλα είναι έτοιμα - έτοιμα για μια μεταστοιχείωση.

Μετάφραση : Ζήσης Σαρίκας

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

Fredric Jameson - Η πολιτιστική πραγμοποίηση καί το μεταμοντέρνο ως «ανακούφιση»


MagrittePipe.jpg


Ολ’ αυτά φωτίζονται πολύ διαφορετικά υπό το πρίσμα της συγχρονικότητας: η αίσθηση του μοντέρνου που έχουν οι μεταμοντέρνοι άνθρωποι θα μας λέει πλέον περισσότερα για το ίδιο το μεταμοντέρνο απ'ότι για το σύστημα το όποιο ανέτρεψε για να πάρει τη θέση του. Ωστόσο, εάν ο μοντερνισμός αντιλαμβάνεται εαυτόν ως μεγάλη επανάσταση στο πεδίο της πολιτιστικής παραγωγής, το μεταμοντέρνο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ανανέωση της παραγωγής καθ’ εαυτής μετά από δεκαετίες σκλήρυνσης μέσα στη σκο­τεινιά νεκρών μνημείων. [..]

Ένας άλλος ορισμός της πραγμοποίησης, πού έχει παίξει σημαντικό ρόλο τα τελευταία χρόνια, είναι η «εξάλειψη του ίχνους της παραγωγής» από το ίδιο το αντικείμενο ως παραγόμενο εμπόρευμα. Πρόκειται για την οπτική γωνία του καταναλωτή στο όλο ζήτημα: υποδηλώνει την ιδιαίτερη εκείνη ενοχή από την οποία απαλλάσσονται οι άνθρωποι όταν δεν μπορουν πλέον να φέρουν στη μνήμη τους την εργασία που ενσωματώθηκε στα παιχνί­δια ή τα επιπλά τους. Και πράγματι, όλος ο αντικείμενος κόσμος γύρω μας, οι τοίχοι μας και το προστατευτικό πλέγμα των αποστάσεων και της σχετι­κής σιωπής άλλο σκοπό δεν έχουν από το να μας κάνουν να ξεχάσουμε για λίγο εκείνους τους αναρίθμητους άλλους· τι δουλειά έχεις να σκέφτεσαι τις γυναίκες του Τρίτου Κόσμου κάθε φορά που βάζεις μπρός το πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου, ή να φέρνεις στο μυαλό σου όλους εκείνους των χαμηλών κοινωνικών τάξεων με τις στερημένες ζωές τους την ώρα που αποφασίζεις να καταναλώσεις ή να χρησιμοποιήσεις τα όσα άλλα προϊόντα πολυτελείας τυχόν διαθέτεις; Θα ’ταν σαν ξένες φωνές, βουητό στο κεφάλι σου και, εδώ που τα λέμε, θα παραβιαζόταν ο εσώτερος χώρος της ιδιωτι­κής σου ζωής, προέκταση του σώματός σου. 

Οπότε για μια κοινωνία που θέλει να λησμονήσει τα περί τάξεων, η πραγμοποίηση στην καταναλωτική αυτή παραλλαγή της είναι όντως πολύ λειτουργική* ο καταναλωτισμός ως κουλτούρα ενέχει, βεβαίως, πολύ περισσότερα από αυτή την «έξάλειψη», η οποία, όμως, δεν παύει να συνιστά την απαραίτητη προϋπόθεση όλων των υπολοίπων. Η πραγμοποίηση της ίδιας της κουλτούρας είναι, προφανώς, ζήτημα κάπως διαφορετικής τάξεως, εφ’ όσον τα αντίστοιχα προϊόντα είναι «ενυπόγραφα»· καί οταν καταναλώνουμε κουλτούρα, δέν έχουμε καμία ανάγκη, ούτε καν διάθεση, να ξεχάσουμε τον ανθρώπινο παραγωγό Τ.Σ. Έλιοτ ή Μάργκαρετ Μίτσελ ή Τοσκανίνι ή Τζακ Μπέννυ ή ακόμα Σαμ Γκολντγουιν ή Σεσίλ ντε Μιλ. Η πραγμοποίηση στην οποία θα ήθελα να επιμείνω, σε σχέση με τον κόσμο αυτό των πολιτιστικών προϊόντων, είναι ο παράγοντας που γεννά τον ριζικό διαχωρισμό μεταξύ καταναλωτών και παραγωγών. Ο όρος ειδίκευση είναι πολύ αδύναμος και ελάχιστα διαλε­κτικός προκειμένου να καταδηλώσει τον παράγοντα αυτόν· παίζει, όμως, σημαίνοντα ρόλο στην καλλιέργεια και τη διαιώνιση της βαθιάς πεποίθησης του καταναλωτή ότι η παραγωγή του εν λόγω προϊόντος —η οποία αποδίδεται βεβαίως σε. ανθρώπινα όντα— ξεπερνάει, παρ’ ολ’ αυτά, τα όρια της φαντασίας του καθενός μας· στη διαδικασία της παραγωγής αυτής ο κατα­ ναλωτής ή χρήστης ουδόλως μετέχει κοινωνικά. 

Από αυτή την άποψη έχουμε κάτι σαν την εντύπωση που δημιουργούν οι διανοούμενοι και το έργο τους σε μη διανοουμένους ή στα μέλη των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων: τους βλέπεις επί το έργον και δεν μοιάζει και τόσο δύσκολο, πλην όμως, όσο ειλικρινά και αν προσπαθήσεις, δεν αντιλαμβάνεσαι περί τίνος ακριβώς πρόκειται, δεν καταλαβαίνεις το λόγο για τον οποίο οι άνθρωποι αυτοί κάθονται και κάνουν αυτό που κάνουν, άσε που ποτέ δεν είσαι σίγουρος ότι έχεις συλλάβει σωστά αυτό που κάνουν. Κλασική περίπτωση γκραμσιανής υποτέλειας: βαθύ αίσθημα κατωτερότητας αντίκρυ στο άλλο του πολιτισμού, του οποίου δευτερογενείς παρενέργειες συνιστούν οι εκρήξεις οργής ή αντιδιανοουμενισμού, η εργατιστική περιφρόνηση ή ο φαλλοκρατισμός τύπου μάτσο, αντιδράσεις που μεταφέρονται στον διανοούμενο, ξεκι­νώντας όμως πρωτίστως από την κατωτερότητα του καθενός. Η πρότασή μου είναι ότι αυτό που σήμερα αισθανόμαστε γενικότερα απέναντι στην κουλτούρα είναι ένα είδος τέτοιας ακριβώς υποτέλειας — εδώ και κάμποσα χρόνια, ο Γκούντερ Άντερς, σε κάπως διαφορετικό πλαίσιο, το αποκάλεσε προμηθεϊκή αιδώ, προμηθεϊκό σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στη μηχανή.

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

Henri Lefebvre - Ένας απολογισμός για το έργο του Μαρξ (μέρος β)

Εδώ το πρώτο μέρος: https://maxylismos.blogspot.gr/2016/06/henri-lefebvre-1984.html

Πηγή: http://www.filomantis.gr/epiloges/thematika/enas-apologismos-gia-to-ergo-tou-marx.html


Τολμώ να επιμείνω σε αυτές τις έννοιες που έκαναν μερικούς να πουν, στη Γαλλία και αλλού, ότι δεν ήμουν πλέον «μαρξιστής». Ορθώνομαι ενάντια σε αυτόν τον ισχυρισμό. Το να σκέφτεσαι υπό την επίδραση του Μαρξ, το να εμβαθύνεις τις έννοιες και τη σύλληψή του, το να τις χρησιμοποιείς σαν εργαλεία για να κατανοήσεις τη νεωτερικότητα και για να θέσεις τα προβλήματά της, είναι τάχα ασύμβατο με τον μαρξισμό; Το μόνο βέβαιο είναι πως είναι ασύμβατο με τον μαρξιστικό δογματισμό. Μέσα σ' ατέλειωτες διαμάχες των οποίων η ανάμνηση δεν έχει σβήσει εντελώς, κάθε τι που δεν ήταν αυστηρά δογματικό λογαριαζόταν για ρεβιζιονισμός και κάθε τι που δεν ήταν ρεβιζιονιστικό αντιμετωπιζόταν σαν δογματισμός. Αυτοί οι δύο όροι είχαν γίνει ένα είδος τελετουργικής βρισιάς που πετιόταν κατά πρόσωπο, πιστεύοντας ότι έτσι σχηματίζουν δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Τέτοιες διαμάχες αποτελούν μέρος της επίδρασης της σκέψης του Μαρξ καθώς επίσης και της ιστορίας της. Δεν συνέβαλαν στη γονιμότητά της. Οδηγούμαστε σήμερα να θέσουμε ορισμένα ζητήματα σε ό,τι αφορά τον ρόλο του Λένιν και του λενινισμού σε αυτές τις αντιδικίες και κυρίως για τον τόνο τους. Η εξέταση αυτής της πλευράς της μαρξιστικής επίδρασης θα έπαιρνε πολύ εδώ, αν και δεν είναι εκτός θέματος. Σε ό,τι με αφορά αρνήθηκα πάντοτε, να αφήνομαι σε εγκλωβισμούς στο εναλλακτικό δίπολο «δογματισμός»-«ρεβιζιονισμός», δίπολο που σήμερα είναι λιγάκι πεπαλαιωμένο. Απ' την άλλη, αποκρούω την ονομασία που ακούγεται τόσο συχνά «μαρξισμός-λενινισμός» και δηλώνω ότι είμαι πολύ περισσότερο μαρξιστής παρά λενινιστής. Σκέφτομαι και επιβεβαιώνω ότι το έργο του Μαρξ πρέπει να παραμείνει για εμάς και για την εποχή μας μια σταθερή αναφορά, ένα σημείο αφετηρίας - κι όχι σημείο αφίξεως. Πρέπει επίσης να περάσει από μία άγρυπνη και  αδιάκοπη κριτική. Όσο για τον Λένιν και τον λενινισμό, οφείλω να αναγνωρίσω ότι ίσως πρέπει να κάνω εδώ μια κάποια αυτοκριτική. Μια εποχή και παρά τις πολλές προφυλάξεις, ορισμένα κείμενα πάνω στον Λένιν και τον λενινισμό[7] δεν ξέφυγαν από κάποιον δογματισμό. Αλλά πώς να ξεφύγεις εντελώς από την εποχή σου;

Ακόμη και από μεθοδολογική άποψη, θα υπήρχε σήμερα χώρος για να εξεταστεί από κοντά η σκέψη του Μαρξ και να αναπτυχθεί ενόσω συμπληρώνεται. Ό,τι έχουν γράψει ο Μαρξ και ο Ένγκελς για τη διαλεκτική δεν δείχνει να είναι πάντα σαφές και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Ούτε ό,τι έχουν γράψει για τη λογική. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η λογική έχει σημειώσει μεγάλες προόδους τόσο θεωρητικές όσο και πρακτικές. Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η λογική έχει γίνει λειτουργική-αποτελεσματική, που σημαίνει ότι μπαίνει στην κοινωνική πρακτική· κι αυτό ολοένα και περισσότερο με τις εφαρμογές της που πάνε από την οργάνωση της παραγωγικής εργασίας μέχρι τη στρατιωτική και πολιτική χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Πώς να μην επανεξετάσουμε τις σχέσεις της λογικής και της διαλεκτικής;[8] Ακόμη κι αν μένει κανείς προσηλωμένος στην τελευταία, ακόμη κι αν συνεχίζει να αποκαλύπτει με την έννοια του Χέγκελ και του Μαρξ το «έργο του αρνητικού» (κι αυτό, κατά τη διάρκεια αυτού που ονομάζουμε «κρίση»), μια καινούργια προβληματική αναδύεται από τις σχέσεις λογικής και διαλεκτικής.


Για να γίνω σαφέστερος, ας σκεφτούμε τις σχέσεις ανάμεσα σε δομή και συγκυρία. Η έννοια της δομής υπάρχει αναντίρρητα στον Μαρξ και μάλιστα σε ένα κείμενο τόσο πολυαναφερμένο που έχει μπει εδώ και καιρό σε αυτό που κάποιοι (με μία ακαταδεξία λιγάκι υπερβολική) αποκαλούν Αγία Γραφή του μαρξισμού: «Μέσα στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι έρχονται σε σχέσεις που είναι καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους, σχέσεις παραγωγής που ανταποκρίνονται σε έναν καθορισμένο βαθμό ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Το σύνολο αυτών των σχέσεων παραγωγής συγκροτεί την οικονομική δομή της κοινωνίας, τη συγκεκριμένη βάση...» κ.λπ. Όσο για τον όρο συγκυρία, εμφανίζεται ελάχιστα μέσα στο έργο του Μαρξ και η έννοια μένει εκεί αδιευκρίνιστη. Υπάρχουν ωστόσο έργα του Μαρξ που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αλλιώς παρά μελέτες της συγκυρίας. Θα αναφέρω σαν παράδειγμα την 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη. Αυτό το βιβλίο περιέχει μία αξιοθαύμαστη ανάλυση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας, της Γαλλίας πριν το πραξικόπημα με το οποίο ο Ναπολέων ο Γ΄ πήρε την εξουσία. Αυτή η ανάλυση κάθε άλλο παρά ανάγει την γαλλική κοινωνία στη δομική αντίθεση της αστικής τάξης και του προλεταριάτου, του κεφαλαίου και της εργασίας. Πολλές τάξεις και ταξικές μερίδες εμφανίζονται στην ανάλυση, ιδίως σε ό,τι αφορά τους αγρότες. Πρόκειται για ένα έργο που είναι συγκεκριμένο και ταυτόχρονα έργο πολεμικής. Συχνά το ταξινομούν στα ιστορικά ή πολιτικά έργα του Μαρξ, έξω από τα οικονομικά έργα. Με τρόπον ώστε ξεθώριαζε η συγκρου­σιακή σχέση ανάμεσα στη δομή και τη συγκυρία, ενώ κι η μεθοδολογία παρέμενε ατελής. Αυτό το είδος διαχωρισμού ανάμεσα στα έργα στάθηκε εντελώς επιζήμιο και βλαπτικό για την επίδραση του Μαρξ· το ίδιο ισχύει για τον διαχωρισμό ανάμεσα στα έργα της νεότητας κι εκείνα της ωριμότητας, ανάμεσα στα φιλοσοφικά και τα οικονομικά έργα. Δεν πρέπει να θεωρούμε τη σκέψη του Μαρξ σαν ένα σύστημα αλλά εξίσου δεν πρέπει να την εκλαμβάνουμε σαν ένα απλό άθροισμα ξεκομμένων σκέψεων πάνω στο οικονομικό, το κοινωνικό το πολιτικό. Πρέπει να τη βλέπουμε σαν μία συγκρουσιακή ενότητα, εν τω γίγνεσθαι, σε σχέση με όλη την εποχή της. Παραλίγο να ξεχάσω να αναφέρω ότι Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη περιέχει μια από τις ελάχιστες συγκεκριμένες αναλύσεις που άφησε ο Μαρξ για το κράτος, για την πολιτική δράση και για τη θέση τους στην κοινωνία.

Στο σημείο αυτό, θα είχε ενδιαφέρον να ξαναπιάσουμε αυτά που έχει πει ο Μαρξ για το παγκόσμιο. Δεν αγνόησε την παγκοσμιότητα, ούτε το παγκόσμιο πεπρωμένο του εμπορεύματος. Έθεσε τις βάσεις μιας κριτικής ανάλυσης του κόσμου του εμπορεύματος και της ανταλλαγής, της λογικής του και της γλώσσας του, των δικτύων και των αλυσίδων ισοδυναμιών, της δυνάμει επέκτασής του σε όλο τον πλανήτη. Υπολόγιζε σε αυτή την επέκταση προκειμένου αυτή να απαλύνει ή και να σαρώσει τους διαχωρισμούς των συνόρων ανάμεσα στις χώρες. Από την άλλη, δεν θα χρειαζόταν να επιμείνουμε στο γεγονός ότι ο Μαρξ γνώρισε καλά την παγκόσμια αγορά μόνο στην πρώτη της φάση: τη φάση της πρωταρχικής συσσώρευσης και της εξάπλωσης του εμπορικού καπιταλισμού. Πρέπει λοιπόν να το θυμίσουμε; Ορισμένες χώρες πλουτίζουν ανακατεύοντας επιδέξια τη λεηλασία και το εμπόριο. Είδαμε, κι αποτελεί αυτό μία σημαντική πλευρά της ιστορίας, το κέντρο δραστηριότητας να περνάει από τη Μεσόγειο στον Ατλαντικό Ωκεανό. Είδαμε, τέλος, να δημιουργούνται μεγάλες αποικιακές αυτοκρατορίες: ισπανική, πορτογαλική, ολλανδική, γαλλική και αγγλική. Το εμπόριο τότε ήταν κυρίως η ανταλλαγή εμπορευμάτων, δηλαδή φυσικών και βιοτεχνικών προϊόντων. Όλα αυτά τα γεγονότα, που έχουν επιβεβαιωθεί εδώ και έναν αιώνα από τους ιστορικούς, βρίσκονται τουλάχιστον σαν επισημάνσεις μέσα στο Κεφάλαιο και μέσα στα οικονομικά έργα του Μαρξ. Μα αυτός δεν μπορούσε τίποτε άλλο παρά να προαισθανθεί τη δεύτερη φάση της παγκοσμιότητας και της παγκόσμιας αγοράς, μεταγενέστερη από τη συγκρότηση του βιομηχανικού καπιταλισμού και συνδεδεμένη με την εκδίπλωση αυτού του καπιταλισμού. Δεν θα χρειαζόταν να επιμείνουμε ιδιαίτερα στην πολύ υψηλή συνθετότητα σήμερα του παγκόσμιου, στη διαπλοκή των αντιφάσεων, στην πλανητική προβληματική που τίθεται και που κάνει τον ίδιο τον «Άνθρωπο» διακύβευμα μιας τρομακτικής παρτίδας.

Η παγκόσμια αγορά; Δεν ανάγεται πλέον στην ανταλλαγή των εμπορευμάτων. Περιλαμβάνει την αγορά και την ανταλλαγή κεφαλαίων, φαιάς ουσίας και τεχνικών, εργατικών χεριών, ενέργειας, χώρου και χρόνου, έργων τέχνης κ.λπ... Οι κατηγορίες και οι έννοιες που άφησε ο Μαρξ οφείλουν να επανεξεταστούν προκειμένου να καταφέρουμε να γνωρίσουμε αυτή την εξαιρετική συνθετότητα, αυτά τα κύματα προϊόντων και σημείων. Επιβεβαιώνω ότι πρέπει να ξεκινάμε από τον Μαρξ και όχι να παραμένουμε σε αυτόν, κυρίως εάν θέλουμε να καθορίσουμε μία στρατηγική που να μπορεί να ανοίξει ένα δρόμο μέσα στη διαπλοκή των αντιφάσεων και να προσανατολίσει τη δράση προς στόχους εφικτούς και συνάμα επιθυμητούς. Στις γιουγκοσλάβικες εκδόσεις έχω βρει πολλά στοιχεία μιας τέτοιας αναζήτησης, που χρησιμοποιούν το μαρξιστικό κεκτημένο για να το άρουν στο ύψος των παγκόσμιων περιστάσεων. Δεν πιστεύω ότι αυτή η έρευνα έχει τελειώσει. Κάθε άλλο, ιδίως σε ό,τι αφορά τη Γαλλία, όπου η απουσία μιας γνώσης της σύγχρονης παγκοσμιότητας δίνει έδαφος απ' τη μια στον πολιτικό εμπειρισμό και πραγματισμό, κι απ' την άλλη στην απελπισία ή στις άφρονες ελπίδες. Η έννοια της παγκοσμιότητας και η προβληματική του πλανητικού ανθρώπου απέχουν πολύ από το να έχουν εξαντληθεί.


Όποιος εξερευνά σε βάθος την παγκοσμιότητα διαπιστώνει ότι αυτή δεν είναι αποτέλεσμα μόνο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της εκδίπλωσής του σε ανοικτή ή όχι σύγκρουση με τον σοσιαλισμό. Κι ο μαρξισμός, σαν θεωρία, παγκοσμιοποιή­θηκε επίσης. Η σκέψη του Μαρξ άσκησε επιρροή όχι μόνο με άμεσο τρόπο αλλά και έμμεσα, διαμέσου των αντιθέσεων που υποκίνησε αλλά και των ενσωματώσεων. Η επίδραση του μαρξισμού ασκήθηκε διαμέσου των αγροτικών ζητημάτων και των αγροτικών μεταρρυθμίσεων καθώς και διαμέσου των εργατικών κινημάτων και των προλεταριακών επαναστάσεων. Χωρίς τον Μαρξ δεν θα είχε υπάρξει ο Κέυνς, θεωρητικός του νεοκαπιταλισμού, ούτε ο Σούμπετερ, θεωρητικός της δημοκρατίας και της μεγέθυνσης. Η θεωρία των κρατικών παρεμβάσεων, του οικονομικού εξορθολογισμού, και της σχεδιοποίησης, γεννήθηκε από τον Μαρξ, από τη μαρξιστική σκέψη και από την κριτική της στον φιλελευθερισμό. Έστρεψαν αυτή τη θεωρία ενάντια στον μαρξισμό αλλά προέρχεται από αυτόν. Αυτές οι ενσωματώσεις αποτελούν μέρος της επίδρασης. Κι είναι με αυτόν τον τρόπο που η παγκοσμιοποίηση, θεωρούμενη σαν ολότητα μέσα στον σύγχρονο κόσμο, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς να ληφθεί υπ' όψη ο Μαρξ. Η ποικιλία των σχολών και των τάσεων που πηγάζουν από τον Μαρξ πρέπει εξίσου να συνυπολογιστεί. Σε ό,τι με αφορά, διεκδικώ ορισμένα ειδικά χαρακτηριστικά της μαρξιστικής σκέψης έτσι όπως αναπτύχθηκε στη Γαλλία, σε συνάρτηση με την πάλη για τη δημοκρατία, αλλά και σε συνάρτηση με τις φιλοσοφικές και λογοτεχνικές παραδόσεις της Γαλλίας. Λέγοντας ειδικά χαρακτηριστικά και παραδόσεις δεν εννοώ μόνο την καρτεσιανή κληρονομιά αλλά και τον ρομαντισμό, ακόμη και τον σουρεαλισμό. Χωρίς αυτές τις κληρονομιές, ο μαρξισμός στη Γαλλία δεν θα ήταν αυτό που υπήρξε και αυτό που είναι. Η τάση στην οποία ανήκω επικαλείται τη γραμμή που από τον Ραμπελαί φτάνει στις μέρες μας, περνώντας από τον Ντιντερό, τον αριστερό ρομαντισμό, την εξέγερση του Ρεμπώ και τον σουρεαλισμό, εκείνον του Αραγκόν και του Μπρετόν. Αυτή η τάση προχωράει στη ριζική κριτική της υπάρχουσας κοινωνίας· δεν δίστασε μπροστά στην αμφισβήτηση· διακλαδώνεται σε διάφορες τάσεις· τη θεσμική ανάλυση[9], την αυτοδιαχειριστική κριτική της καπιταλιστικής διαχείρισης, κ.λπ... Η άλλη τάση, με πιο επιστημονική περπατησιά, μάλλον συνδέεται περισσότερο με τον θετικισμό, και διαμέσου αυτού με τη φιλοσοφία των επιστημών, που κι αυτή πηγάζει από την καρτεσιανή σχολή. Χρειάζεται να επιμείνουμε πάνω σε αυτή τη διάσπαση της μαρξιστικής σκέψης που προξένησε πολεμικές στη Γαλλία; Ναι, διότι αυτή η ποικιλία, μαζί με τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις που υποκινεί, αποτελεί επίσης μέρος της επίδρασης του Μαρξ, και του πλούτου του. Εξίσου, μέσα στη σκέψη και στις αναζητήσεις που συνδέονται με τον Μαρξ στην Ιταλία, είμαι έτοιμος να υποστηρίξω ότι υπάρχουν ιταλικά ειδικά χαρακτηριστικά και τάσεις που προσιδιάζουν σε αυτή τη χώρα. Ο ιταλικός μαρξισμός μού φαίνεται πολύ πιο ιστορικιστικός από τον γαλλικό μαρξισμό που παίρνει ίσως αποστάσεις σε σχέση με τη στενή ερμηνεία του ιστορικού υλισμού αλλά ενόσω διαλεκτικοποιεί τη σύλληψη του γίγνεσθαι αντί να επιμένει πάνω στις οικονομικές και ιστορικές συνθήκες.

Δίχως αμφιβολία υπάρχουν ειδικά γνωρίσματα του μαρξισμού στη Σοβιετική Ένωση. Αυτή η χώρα, που είχε πολύ μεγάλους συγγραφείς και πολύ μεγάλους καλλιτέχνες, δεν είχε ποτέ μεγάλους φιλοσόφους, ούτε μεγάλη φιλοσοφική παράδοση. Άραγε ό,τι φαίνεται σε εμάς σαν ανυπόφορος δογματισμός, να φαίνεται σε αυτούς διαφορετικά ίσως, σαν θεμελίωση μίας φιλοσοφίας; ...

Θέλω να τονίσω με κάθε επιμονή αυτά τα ειδικά χαρακτηριστικά. Το να τα αναγνωρίσουμε οδηγεί στο να αποδεχτούμε τις διαφορές μέσα στο εσωτερικό της σκέψης του Μαρξ και να βάλουμε τέλος σε διατυπώσεις του τύπου «Εσύ δεν είσαι μαρξιστής ενώ εγώ είμαι...». Η λογική, καθώς και η προβληματική που αυτή θέτει, αποτελεί μέρος της δικής μας φιλοσοφικής παράδοσης· φαίνεται ότι η σκέψη της Ανατολής δεν γνωρίζει τα προβλήματα της λογικής ή τουλάχιστον δεν τα θέτει με τους ίδιους όρους με εμάς. Ανάμεσα στα ειδικά χαρακτηριστικά πρέπει να επισημάνουμε εκείνα της Γερμανικής Σχολής, που ονομάζεται Σχολή της Φρανκφούρτης, με την οποία συνδέουν συχνά τον Λούκατς. Είναι πιθανά οι μόνοι που έχουν ασχοληθεί με ανανεωτική τόλμη με την Αισθητική. Οι επισημάνσεις σχετικά με την τέχνη δεν λείπουν στις άλλες χώρες ούτε οι σκέψεις σχετικά με μία ενδεχόμενη επιστήμη της λογοτεχνίας, της ποίησης, του μυθιστορήματος. Αλλά η γερμανική σχολή είναι η μόνη που είδε το ζήτημα της κατασκευής μιας αισθητικής θεωρίας εξηγώντας όλες τις δημιουργίες από την αρχαιότητα και μετά. Ό,τι κι αν σκέφτεται κανείς για τον Αντόρνο ή για τον Μπέντζαμιν, ακόμη κι αν είναι πολέμιος των διαβημάτων τους και των συμπερασμάτων τους, πρέπει να αναγνωρίσει τη σπουδαιότητα του έργου τους.


Κατά τη γνώμη μου θα υπήρχαν ακόμη πολλά σημεία, ακόμη και τομείς, της σκέψης του Μαρξ που θα έπρεπε να επανεξετάσουμε σήμερα, όχι για να τα καταργήσουμε ή να τα απαξιώσουμε, ούτε για να προσποιηθούμε ότι τα ξεπεράσαμε, μα αντίθετα για να τα αναπτύξουμε. Θα αρκεστώ εδώ να μνημονεύσω στα γρήγορα ένα από αυτά τα σημεία. Για να γίνει πραγμάτευση στο σύνολό τους θα χρειάζονταν όχι ένας αλλά πολλοί τόμοι, και ίσως να είναι έργο μιας ολόκληρης γενιάς.

Πρόκειται για την αναγκαιότητα, για τον ντετερμινισμό. Αυτές οι έννοιες μοιάζουν να έχουν κάποια ρευστότητα μέσα στη σκέψη που πηγάζει από τον Μαρξ κι ίσως ακόμη και στον ίδιο τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Η αιτιότητα άλλοτε κατανοείται με τρόπο λιγάκι γραμμικό και σχεδόν μηχανιστικό, ιδίως στα οικονομικά ζητήματα - κι άλλοτε με τρόπο πολύ πιο διαλεκτικό στις ιστορικές μελέτες ή στις μελέτες της συγκυρίας. Ό,τι κι αν είναι, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα ο λογισμός των πιθανοτήτων κατέκλυσε τα πάντα· πρέπει να το παίρνουμε υπ' όψη μας αυτό, ακόμη κι αν από τούτη την αξιοσημείωτη πρόοδο δεν καταλήγουμε σε οριστικά συμπεράσματα. Πρόσφατα ακόμα, η φυσική των πιθανοτήτων κατήγαγε νίκη σε ό,τι επέμενε μέσα στο έργο του Αϊνστάιν και ανάμεσα στους μαθητές του: ένας αιτιακός, γραμμικός και μηχανιστικός ντετερμινισμός. Σχεδόν σε όλους τους τομείς η «δυνατοκρατία» [possibilisme] παίρνει τη θέση ενός απλοποιημένου ρεαλισμού, μετατοπίζοντας προς τις ενδεχομενικότητες τα κέντρα της γνώσης. Ιδιαίτερα οι στρατηγικές λαμβάνουν πάντοτε υπόψη τις πολλαπλές ενδεχομενικότητες και τις ευκαιρίες των αντιπάλων.


Η ανάλυση τής (οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής) πρακτικής δείχνει τρεις όψεις της δραστηριότητας:

α) ντετερμινισμούς, που κι αυτοί είναι πολλαπλοί και διαπλεκόμενοι (βιολογικοί, ανθρωπολογικοί, γεωγραφικοί κ.λπ).

β) διάφορα υποκειμενικά και αντικειμενικά τυχαία, που δεν είναι πάντα αποτέλεσμα αλληλοπαρεμβολών ανάμεσα στις αιτιακές ακολουθίες...

γ) αποφάσεις, θελήσεις, εσκεμμένες δράσεις της στρατηγικής.

Συμπληρώνω εδώ ότι οι διαμάχες ανάμεσα στους οπαδούς της αναγκαιότητας και σε όσους παραδέχονται το τυχαίο διαρκούν πάντοτε, σε όλους τους τομείς, σε όλα τα επίπεδα. Πρόκειται λοιπόν για μία προβληματική ανοικτή.

Αυτές οι προτάσεις δεν δεσμεύουν παρά μονάχα εμένα. Δεν ανήκω στη Γαλλία σε καμμία οργάνωση. Είμαι ένας ερευνητής μοναχικός (που δεν σημαίνει απομονωμένος). Σε μία καπιταλιστική αλλά δημοκρατική χώρα, αυτή η κατάσταση έχει πλεονεκτήματα και δυσχέρειες. Ένα μεγάλο πλεονέκτημα είναι ότι μένεις έξω από κοντοπρόθεσμες πολιτικές έγνοιες. Οι δυσχέρειες; Είναι πολυάριθμες, μα αφήνω στους αναγνώστες μιας σοσιαλιστικής χώρας τη φροντίδα να τις απαριθμήσουν.

Ευχαριστώ για άλλη μία φορά τους Γιουγκοσλάβους φίλους μου που μού έδωσαν της ευκαιρία να εκφραστώ. 

HENRI LEFEBVRE, 1984

_______________________________________


[7] Σ.τ.Μ: Κυρίως αναφέρεται εδώ στο βιβλίο που έγραψε το 1957 Για να γνωρίσουμε τη σκέψη του Λένιν [Pour connaître la pensée de Lénine], σ.358, Παρίσι éditions Bordas, το οποίο μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες.


[8] Σ.τ.Μ: Αναφέρεται στη σχέση της διαλεκτικής με την τυπική λογική, κάτι που διαρκώς τον απασχολούσε. «Η σχέση ανάμεσα στη λογική και τη διαλεκτική δημιουργεί πρόβλημα. Ορισμένοι συχνά το λύνουν πηγαίνοντας προς έναν παν-λογισμό ή προς μία παν-διαλεκτικοποίηση δίχως καθορισμένο αντικείμενο. Η έννοια της διαφοράς τοποθετείται, εκτός και εάν καταδειχθεί το αντίθετο, στη ζεύξη της λογικής και της διαλεκτικής. Είναι αδύνατο σήμερα να εξαλείψεις τη λογική σαν τέτοια, αδύνατο να εκκενώσεις τη διαλεκτική. Δεν μπορούν να ξεχωριστούν περισσότερο απ' όσο η θεωρία και η πρακτική, η γνώση και η ιδεολογία» (Η επιβίωση του καπιταλισμού, 1973/2002, σελ. 11). Έτσι ο Λεφέβρ δεν «καταργεί» τη λογική. «Ούτε η γνώση ούτε η πράξη μπορούν να αποφύγουν τη λογική· μπορεί μάλιστα κανείς να διαμορφώσει μια λογική της δράσης, και κάθε στρατηγική έχει τη λογική της. Αλλά η λογική δεν αναιρεί τις αντιφάσεις. Δεν καταφέρνει να τις αφομοιώσει στη συνοχή του λόγου και της πράξης. Η μελέτη των αντιφάσεων δεν μπορεί να εξαλειφθεί, και η διαλεκτική, ως ανάλυση των αντιφάσεων και των συγκρούσεων, επανακτά πάντα την ισχύ της. Αυτό αφορά τόσο την ίδια τη διαλεκτική σκέψη όσο και το εργατικό κίνημα: όταν βρίσκονται σε άμυνα ενισχύονται ταυτόχρονα με τις δυνάμεις που τα καταπολεμούν. Είναι βέβαιο ότι η λογική προόδευσε, ότι κέρδισε μάχες και ότι στον τομέα αυτόν σημειώθηκαν καινοτομίες, ενώ η διαλεκτική οπισθοχώρησε προς τη ρητορική και τη σοφιστεία. Ωστόσο σήμερα, ο μεγάλος μαθηματικός Ρενέ Τομ (θεωρία των καταστροφών) εντάσσεται στην ηρακλείτεια και άρα διαλεκτική παράδοση...» (Μια σκέψη...ελλ.εκδ. σ.71). Ερευνά τη σχέση αυτή ήδη από τα πρώτα έργα του (Διαλεκτικός υλισμός, 1939) κι ιδίως στα Το άθροισμα και το υπόλοιπο (1959), Μία σκέψη που έγινε κόσμος (1980), Η επιστροφή της διαλεκτικής-Δώδεκα λέξεις-κλειδιά για τον σύγχρονο κόσμο (1986), αναζητώντας τη δυνατότητα μιάς διαλεκτικής λογικής.


[9] Σ.τ.Μ: Η αναφορά γίνεται στο ρεύμα της Θεσμικής Ανάλυσης (Analyse Institutionelle) με το οποίο ο Λεφέβρ συμπορεύτηκε κριτικά για ένα διάστημα. μεταξύ 1970-1975. Κυριότερος εκρόσωπός του ήταν ο René Loureau.