Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Daniel Bensaid - Οντολογική Κριτική και Μεσσιανική Κριτική



Οντολογική κριτική και μεσσιανική κριτική

Η αστική τάξη αναρριχήθηκε στην εξουσία στο όνομα της Ιστορίας. Ελλείψει ηρωικών γενεαλογιών, έφερε για τίτλο νομιμότητας τη σατανική συνέργια του χρόνου και του χρήματος, Οι δουλειές της υπηρετούσαν την πρόοδο. Η πρόοδος ήταν δική της δουλειά. Από εδώ προκύπτει και η ευλαβική βεβαιότητά της ότι το καλύτερο είναι πάντα σίγουρο κι ότι το χειρότερο είναι μόνο η προβαλλόμενη σκιά αυτού του καλύτερου. Μόλις ο ιστορικός ορθός λόγος συμμάχησε με τον κρατικό ορθό λόγο αυτή η αισιοδοξία, αρχικά φορέας τόλμης και ανυπακοής, έγινε απολογητική.


Από το 1871 ήδη ο Νίτσε είδε καθαρά τους κινδύνους της «κατάχρησης της ιστορίας»: την αλαζονεία της εποχής, πεπεισμένης ότι ενσάρκωνε την πραγματωμένη δικαιοσύνη, «την πάντα βλαβερή πίστη στην αρχαιότητα της ανθρωπότητας», την αίσθηση του ατόμου ότι είναι το ίδιο «ένας αργοπορημένος επίγονος», «την πρακτική επιτηδειότητα που υπηρετεί εγωιστικούς σκοπούς», την αχαλίνωτη βασιλεία της περιφρόνησης και του κυνισμού. Μέσα σε αυτόν τον «ιστοριακό πυρετό» που κατατρώγει τον αιώνα, ο θαυμαστός για «τη δύναμη της ιστορίας» μετατρέπεται σε «σκέτο θαυμασμό της επιτυχίας και οδηγεί στην ειδωλολατρία του πραγματικού». Εκείνος «που έμαθε πρώτα να κυρτώνει τη ράχη και να σκύβει το κεφάλι μπροστά στη δύναμη της ιστορίας θα καταλήγει επίσης να υποκλιθεί μηχανικά μπροστά σε οποιαδήποτε δύναμη και θα χορέψει σαν νευρόσπαστο στην άκρη του νήματος».

Ο Μαρξ είναι –γιατί ορισμένοι επιμένουν να το αγνοούν;– ένας σκαπανέας αυτής της κριτικής του ιστορικού λόγου. Τεράστια υπόθεση, όπου συναντώνται και αναμειγνύονται ενίοτε, χωρίς να σταματούν να μάχονται μεταξύ τους, μυστικιστική κριτκή και κοσμική κριτική, ρομαντική κριτική και επαναστατική κριτική. Ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο υπάρχουν περατάρηδες των οποίων τις αμφισημίες εξακολουθούν να συζητούν επ’ άπειρον οι επόμενες γενιές: ο Μπλανκί του Η αιωνιότητα μέσω των άστρων (1871), ο Νίτσε του Ανεπίκαιροι Στοχασμοί (1871), ο Πεγκί του Κλειώ (1913), ο Σορέλ του Οι ψευδαισθήσεις της προόδου (1908). Εγκαινιάζοντας την καταστροφή του Αυγούστου 1914, η «εποχή των πολέμων και των επαναστάσεων» θα αφήσει ολοένα και λιγότερο χώρο γι’αυτούς τους ταλαντευόμενους ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους. Η κριτική του ιστορικού λόγου καθίσταται τότε διακύβευμα σφοδρής μάχης με αγχέμαχα όπλα.

Λούκατς και Χάιντεγκερ; Μάλλον Μπένγιαμιν εναντίον Χάιντεγκερ.1 Δεν αρκεί να αντιπαραθέτουμε την ποιότητα των εποχών και των ημερών στην άχαρη μονοτονία των ρολογιών και των νομισμάτων. Η κριτική του μονότονου και κενού χρόνου χωρίζεται σε ψυχολογική και αισθητική κριτική, που ενδιαφέρεται για τα βιώματα της διάρκειας, και μια κοινωνική κριτική, που συνεπάγεται μια εννοιολογική επανάσταση του χρόνου. Ο Μαρξ, από την πλευρά του, δεν αποδέχεται τις υποχρεωτικές διαδρομές και τους προκαθορισμένους σκοπούς, απορρίπτει την «ιστορικοφιλοσοφική θεωρία της γενικής πορείας που επιβάλλεται μοιραία σε όλους τους λαούς», την οποία τόσο συχνά του αποδίδουν ορισμένοι: «Το αντικλείδι μιας γενικής ιστορικοφιλοσοφικής θεωρίας» δεν θα ανοίξει ποτέ παρά ανοικτές πόρτες. Όπως ο Μαρξ απορρίπτει κάθε «υπεριστορικό» σχήμα, ο Χάιντεγκερ καταγγέλλει τη διδασκαλία μιας ιστορίας «μεταμφιεσμένης σε υπερχρονικό μοντέλο». Το «θέμα των ιστορικών σπουδών» δεν είναι, γι’ αυτόν, «ούτε ό,τι συνέβη μόνο μία φορά ούτε το καθολικό που υπερίπταται», αλλά η δυνατότητα ύπαρξης στην προοπτική του θανάτου. Μακριά από τις γενικές τοιχογραφίες, τα διδακτικά παραμύθια και τους χρυσούς θρύλους, η ιστορία γράφεται μέσα στην ένταση ανάμεσα στην αφηρημένη γενικότητα και τη μοναδικότητα του γεγονότος, πάνω στην κινούμενη άμμο του δυνητικού όπου εμφανίζονται σχήματα τα οποία θα μπορούσαν να μην υπάρχουν και να προορίζονται να χαθούν. Ούτε η πάλη ούτε το Είναι υπάρχουν μέσα στο χρόνο. Καθορίζονται από ό, τι έχει να κάνει με το χρόνο, από το σύνολο των χρονικών ιδιοτήτων του Είναι όπως και των κοινωνικών σχέσεων.

Η χρονικότητα δεν είναι. «Χρονίζεται». Για τον Μαρξ, χρονίζεται στο παρόν, με βάση τη διαδικασία παραγωγής και αναπαραγωγής, απ’ όπου αναδύονται τα αβέβαια πολιτικά σχήματα της πάλης. Για τον Χάιντεγκερ, χρονίζεται στο μέλλον, του οποίου το πρωτείο δηλώνει την «προδρομική υπέρβαση της ακραίας δυνατότητας» και παρέχει στο είναι-εν-όψει-του-θανάτου την αυθεντικότητα του. Έτσι, «το έχω-υπάρξει αναβλύζει κατά κάποιον τρόπο από το μέλλον» το οποίο με τη σειρά του το διατηρεί ανοιχτό.

Αυτό που ο Χάιντεγκερ εννοεί είναι να «απαλλάξει τη χρονικότητα του είναι» από την τετριμμένη πεζότητα του καθημερινού χρόνου. Απορρίπτει την τρέχουσα έννοια που προέρχεται από μια «ισοπέδωση του αυθεντικού χρόνου» και δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα χρόνο επίσημο, χρονολογήσιμο, δανεισμένο από το τελετουργικό των κοσμικών θεσμών. Νοούμενος ως «συνεχής διαδοχή των τώρα», ο «υπολογισμένος» και πεζός χρόνος των χρονομέτρων αντιπαραθέτει μια μοιραία τεχνική στο στοχασμό σχετικά «με αυτό που είναι το ίδιο του χρόνου». Στη μετατροπή μιας ποιοτικής διάρκειας σε ποσότητα και σε χώρο αντιπαρατίθεται η μη αναγώγιμη αυθεντικότητα αυτού που στην πορεία του χρόνου περνάει και περνώντας διαρκώς «παραμένει ως χρόνος».

Αποκωδικοποιώντας αυτούς τους κοσμικούς ρυθμούς, ο Μαρξ ριζοσπαστικοποιεί την εκκοσμίκευση του καθημερινού χρόνου. Πεπεισμένος ότι δεν υπάρχει άλλος χρόνος από τον δικό μας, το χρόνο της εργασίας και του κόπου, των ψυχορραγημάτων και του έρωτα, στοχάζεται πάνω στην εννοιολογική οργάνωση αυτού του φτωχού «οντικού» χρόνου και ρίχνεται με τα μούτρα στην περιπέτεια των κύκλων, των περιστροφών, των μη γραμμικών διαδρομών, όπου ο χρόνος και η κίνηση αλληλοκαθορίζονται. Μπορεί το Κεφάλαιο να αναγνωσθεί σαν μια «οντολογία του κοινωνικού είναι» άλλα μόνο σαν μια αυστηρά αρνητική οντολογία.

Ο Χάιντεγκερ οντολογικοποιεί και επανιεροποιεί. Ο Μαρξ εκκοσμικεύει και από-οντολογικοποιεί. Και οι δύο απορρίπτουν τα μοντέλα –«υπεριστορικά» για τον δεύτερο, «υπερχρονικά» για τον πρώτο– του ιστορικού Λόγου. Στον Χάιντεγκερ, η ασταμάτητη ιστορική γνώση γλιστρά ανάμεσα σε μια υπερβολικά αφηρημένη γενικότητα και μια υπερβολικά συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα. Παραπέμπει, έτσι, στην άλλη γραφή της ιστορίας, της οποίας ο Μαρξ ανήγγειλε το σχέδιο. Ανάμεσα σε μια ιστορία όπου το μέλλον έχει το πρωτείο, οι δυνατότητες της οποίας ριζώνουν στην επιθυμία, και μια ιστορία της οποίας οι στρατηγικές δυνατότητες δένονται και λύνονται στο παρόν της πάλης, η διαφορά παραμένει ωστόσο ανυπέρβλητη.

Ο Χάιντεγκερ παραθέτει εκτενώς την αλληλογραφία του κόμη Γιόρκ με τον Ντίλταϊ. Στην ιστορία «το κύριο δεν είναι αυτό που εντυπωσιάζει και είναι προφανές». Το ζήτημα είναι να «γνωρίσουμε τον θεμελιώδη χαρακτήρα της ιστορίας ως δυνητικότητας» και για να το επιτύχουμε αυτό να αναδείξουμε τη γενική διαφορά ανάμεσα στο «οντικό και το ιστορικό», η οποία αντικαθίσταται πάραυτα με τη διαφορά ανάμεσα στο οντικό και το οντολογικό. Αυτή η ταχυδακτυλουργική αντικατάσταση του ιστορικού με το οντολογικό δεν είναι αυτονόητη. Ενώ η σχέση του είναι με το ον επαναφέρει το διαχωρισμού του υπερβατικού υποκειμένου από το εμπειρικό αντικείμενο, το διαχωρισμό που το μέσα-στον-κόσμο-είναι απέβλεπε να καταργήσει, μια γενική διαφορά χωρίζει το οντικό από το ιστορικό. Η ταχυδακτυλουργία έχει συνέπειες. Οντική, η πρόοδος είναι για τον Χάιντεγκερ οντολογικώς περιφρονητέα. Ιστορική, η πρόοδος είναι για τον Λούκατς πολιτικά συζητήσιμη, αλλά όχι καταδικασμένη, παρ’ όλ’ αυτά, στην αριστοκρατική περιφρόνηση από το Είναι.

Έπρεπε να είναι κανείς πολύ επιπόλαιος ή τυφλός για να επιμένει μονόπλευρα ότι υπάρχει ομοιότητα ανάμεσα στην «κοσμική-ιστορική» θεώρηση του Χάιντεγκερ και την «ιστορική-πρακτική αντίληψη του Μαρξ», να επιμένει στην «κοινή τους βάση» και την κοινή «ριζοσπαστική τους αμφισβήτηση του κόσμου»∙ σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που ενίοτε υποστηρίζεται απερίφραστα πως ο Χάιντεγκερ «μας προτείνει ουσιαστικά να μας βοηθήσει να καταλάβουμε αυτό που λέει ο Μαρξ». Οι συσχετίσεις με το ζόρι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα: η ιστορικότητα παρεμβαίνει ως καθορισμός προγενέστερος αυτού που αποκαλούμε ιστορία, σαν ένα είδος ante ή προ-ιστορίας. Σε αντίθεση με αυτή την ιστορικότητα, της οποίας το είναι-στην-προοπτική-του-θανάτου κατέχει «τη μυστική αιτία», στον Χάιντεγκερ η ιστορία ορίζει πότε το ον (εννοούμενο ως παρελθόν που δεν επιδρά πλέον στο παρόν), πότε το παρελθόν (με την έννοια της προέλευσης χωρίς ιδιαίτερη προτεραιότητα), πότε το όλο του όντος που αλλάζει μέσα στο χρόνο και πότε, τέλος, ό’τι είναι παραδοσιακό. Αυτές οι τέσσερις εκδοχές ολοκληρώνουν την περιπέτεια της ιστορίας. Η ιστοριακή θεματοποίηση της ιστορίας είναι για τον Χάιντεγκερ ο απαραίτητος όρος για την οικοδόμηση ενός ιστορικού κόσμου στης επιστήμες του πνεύματος.



Προνόμιο των ανθρώπων της δράσης και της εξουσίας, η «μνημειώδης ιστορία» εξέφραζε κατά τον Νίτσε την αναδρομική πίστη στην ανθρωπότητα που συνεχίζει μια λαμπαδηδρομία διαιωνίζοντας το μεγαλείο του παρελθόντος και περιφρονώντας τους ηττημένους∙ αυτή η λαμπαδηδρομία ξεκινάει από το παρελθόν για να πάει στο μέλλον ποδοπατώντας τα θύματα του χθες και του πάντοτε. Πάθος των κοινών ανθρώπων, που αναμασούν τη λύπη τους γι’ αυτό που δεν υπάρχει πλέον, η «ιστορία του παλαιοπωλείου» δηλώνει την τάση προς τη συντήρηση και τη λατρεία των περασμένων μεγαλείων, αλλά βουλιάζει στην «αποστεγνωμένη ευλάβεια» απέναντι στην παράδοση που έχει καταντήσει συνήθεια. «Η κριτική ιστορία», τέλος, το παίρνει απόφαση να «καταργήσει ένα μέρος του παρελθόντος της» «σέρνοντάς το γι’ αυτό το λόγο στη δικαιοσύνη». Αυτοί οι τρεις τρόποι προσέγγισης της ιστορίας ενώνονται στην ιστορικότητα στην οποία μόνο μια ελίτ έχει αισθητική πρόσβαση.

Ο Χέγκελ επικαιροποιεί το παρελθόν. Οι νέοι χεγκελιανοί επικαιροποιούν το μέλλον. Το παρελθόν είναι καθορισμένο. Το μέλλον ακαθόριστο, αν και καθορίσιμο. Το παρόν μεσολαβεί ανάμεσά τους. Είναι το διάστημα, πολύ μικρό και πεπερασμένο, όπου τα γεγονότα δεν είναι ούτε παρελθόντα ούτε μέλλοντα. Αυτή η σύγκρουση ρυθμών και φάσεων εκφράζει για τον Νίτσε τη βούληση για δράση «κόντρα στο χρόνο, άρα επί του χρόνου και , ας το ελπίσουμε, υπέρ του μέλλοντος χρόνου». Δηλώνει ότι το «ίσο δεν μπορεί να είναι γνωστό παρά μόνο από το ίσο». Αν όχι, «θα περιορίσετε το παρελθόν στα μέτρα σας». «Μην πιστεύετε», υποστηρίζει, «σε μια παρουσίαση της ιστορίας που δεν ξεπήδησε από τα πιο σπάνια πνεύματα». Υπογραμμίζει ευθύς αμέσως την κριτική υπεροχή του παρόντος επί του παρελθόντος υπό τον όρο ότι αυτή η κριτική θα εκφράζει «την πιο υψηλή δύναμη του παρόντος» με βάση την οποία επιτρέπεται να ερμηνεύσουμε το παρελθόν: «Μόνο με την ακραία ένταση των πιο ευγενικών ικανοτήτων σας θα μαντέψετε τι από το παρελθόν είναι μεγάλο, τι είναι άξιο γνώσης και διατήρησης». Η ικανότητα ανασκόπησης του χρόνου εξαρτάται μόνο από τη δύναμη του παρόντος και τη σχέση ίσου προς ίσο, μεγέθους προς μέγεθος, που το συνδέει με το παρελθόν εναντίον της ειδωλολατρίας του συμβαντολογικού.

Ο Χάιντεγκερ εννοεί αντιθέτως να προγράψει από τη χρονικότητα τη «φορτική σημασία» των σχέσεων ανάμεσα σε παρελθόν, παρόν και μέλλον που απορρέουν από την «τρέχουσα έννοια του χρόνου». Το τώρα, το όταν, το άλλοτε ορίζουν τη δομή της τρέχουσας χρονολόγησης. Η «χρόνιση» του χρόνου «με βάση το μέλλον» εγγράφει κάθε χρονικότητα στον ορίζοντα του είναι-στην-προοπτική-του-θανάτου. Από αυτό απορρέει ένα άγχος χωρίς φόβο, του οποίου η αυθεντική βίωση συνεπάγεται μιαν αυστηρή αποπολιτικοποίηση του χρόνου. Η χρόνιση του χρόνου (Die Zeitigung der Zeit) απαιτεί πράγματι αναθεώρηση του συνηθισμένου σχήματος των οριζόντιων εκστάσεων εντός των οποίων φανταζόμαστε, χωρίς να τολμάμε να τη στοχαστούμε, την καθημερινή μας ζωή. Το μέλλον είναι αυτό που έρχεται προς εμάς, το παρόν είναι μια αναμονή-προς ή μια παρουσία ενάντια (Gegenwart), το παρελθόν είναι το πέρασμα του είναι που προβάλλεται στο αυθεντικό. Αυτό που μέλλει ακόμα να είναι δίνει στο παρελθόν το νόημα του ή την κενότητά του ανάλογα. Η προκαταβολική νόηση του μέλλοντος ανοίγει στο παρελθόν «δυνατότητες που έμειναν απαρατήρητες, που ματαιώθηκαν ή κατεστάλησαν: ξανανοίγει το παρελθόν προς το μέλλον», μέχρι να ακυρώσει την επίδραση του παρελθόντος στο παρόν.

Στη μύχια σχέση του χρόνου και της γλώσσας η χρονικότητα του λόγου κλαδεύεται προς το παρελθόν και διακλαδίζεται προς το μέλλον. Η γραμματική λογική θέτει έτσι την εμπειρία του μέλλοντος ως διακλάδωση δυνατοτήτων. Προτού γείρει προς ένα παρελθόν γραμμικό, το μέλλον κλαδεύεται εντός του παρόντος γίγνεσθαι του. Δύσκολα θα καταλαβαίναμε, αντιθέτως, μια μέλλουσα γραμμικότητα απορρέουσα από μια παρελθούσα διακλάδωση. Θα την καταλαβαίναμε δύσκολα; Σύμφωνα με τη «λογική του χρόνου», αναμφίβολα. Αλλά τι απογίνονται οι «κλαδεμένες» δυνατότητες στην «πολιτική του χρόνου»; Καταβροχθίζονται μήπως διά παντός από τους απύθμενους κάδους απορριμάτων της ιστορίας; Ή μήπως αναλαμβάνει κάποιος λεπτολόγος ρακοσυλλέκτης να τις σώσει; Το Άλλοτε δεν είναι αναγώγιμο σε ένα κομπολόι μαραμένων ωρών. Με την υπενθύμιση των περασμένων συγκυριών, «πραγματευόμαστε το Άλλοτε σημαίνει ότι το μελετούμε, όχι όπως πριν, με ιστορικό τρόπο, αλλά με πολιτικό τρόπο, με πολιτικές κατηγορίες». Πραγματευόμαστε πολιτικά την ιστορία σημαίνει ότι τη στοχαζόμαστε από τη σκοπιά των στρατηγικών στιγμών και σημείων παρέμβασής της. Η «ετοιμότητα» είναι το κατεξοχήν πολιτικό προσόν που απαιτεί αυτή η «τέχνη του παρόντος».

Η δίκη του παρελθόντος αντιφάσκει με το αξίωμα ότι ο χρόνος είναι μη αντιστρέψιμος και μη τροποποιήσιμος. Η κριτική ιστορία δεν μπορεί να ακυρώσει αυτό που υπήρξε, αλλά μπορεί να ανακατανείμει το νόημα. Η επανεξέταση του παρελθόντος μπορεί εντούτοις να πάρει δύο αντίθετες κατευθύνσεις.

Οντολογική για τον Χάιντεγκερ και τη χρονικότητα που «χρονίζεται» με βάση το μέλλον, πολιτική για τον Μπένγιαμιν και τη μεσσιανική δυνατότητα που κλίνεται στον ενεστώτα.

Ως άλμα στο πραγματικό «εν όψει του οποίου αυτό που είναι αναμενόμενο αναμένεται», η αναμονή στον Χάιντεγκερ είναι δεμένη με το δυνητικό: «Είναι με βάση το πραγματικό και εν όψει του πραγματικού που το δυνητικό έλκεται στο πραγματικό με τον τρόπο που επιτάσσει η αναμονή». Αυτή όμως η αναμονή είναι προκαταβολική βίωση του θανάτου και προκαταβολική σκέψη της εμμένειάς του. Η πολιτική (στρατηγική) αναμονή εμφανίζεται στον Μπένγιαμιν ως η άρνηση αυτής ακριβώς της οντολογικής αναμονής. Ενώ ο Χάιντεγκερ κρατάει ανοιχτό το «έχειν υπάρξει» για να γιορτάσει το ξανασμίξιμο του Είναι, ο Μπένγιαμιν κόβει τα θαμνόδεντρα της τρέλας και του μύθου, για να ξαναβρεί τα ίχνη του παρελθόντος που περιμένει να σωθεί. Η μεσσιανική αναμονή δεν είναι ποτέ η παθητική βεβαιότητα μιας προαγγελθείσας έλευσης, αλλά η τεταμένη προσοχή του κυνηγού που παραμονεύει μέχρι να εμφανιστεί το δυνητικό.

Ο «μαρξιστικός τρόπος» επεξεργασίας «μιας μη συμβαντολογικής σκέψης για το χρόνο» οδήγησε, κατά τον Ζακ Ρανσιέρ, σε «μια πρωτοκαθεδρία του μέλλοντος, ως μόνου ικανού να εξηγήσει το παρελθόν». Έτσι, η ευθύνη για τη στασιμότητα, το πισωγύρισμα, την «επανάληψη του παρελθόντος αντί της εκτέλεσης των καθηκόντων του παρόντος», επιρρίφθηκε στην ανωριμότητα και «την καθυστέρηση των δυνάμεων του μέλλοντος». Ας αφήσουμε στον Ρανσιέρ την ευθύνη γι’ αυτόν τον δομικό τρόπο ανάλυσης, του οποίου η υπαινικτική διαδικασία παρακάμπτει μια σοβαρή εξέταση του ζητήματος. Οι δρόμοι της επιστροφής προς τον Μαρξ είναι, αν όχι ανεξιχνίαστοι, τουλάχιστον πολλαπλοί και ποικίλοι. Μακριά από τον επικρατούντα «τρόπο» και τα «υπεριστορικά» σχήματά του, οι δρόμοι του Μπένγιαμιν και του Γκράμσι δεν είναι οι λιγότερο θεμιτοί.

Ο κατακερματισμένος χρόνος της ιστορίας δεν είναι γι’ αυτούς η επιτέλεση ενός αρχικού σκοπού ούτε η επιδίωξη του. Το πρωτείο του μέλλοντος διαγράφει στον Ερνστ Μπλοχ τον ουτοπικό ορίζοντα της ελπίδας. Στον Χάιντεγκερ στοιχειώνει τον προγενέστερο συλλογισμό του είναι-στην-προοπτική-του-θανάτου. Στον Γουάτχεντ σώζει το παρόν από την κατάρρευση που το απειλεί. Οι κατηγορίες του Μπένγιαμιν για το χρόνο εστιάζονται τριπλά στο παρόν: παρόν του παρελθόντος, παρόν του μέλλοντος, παρόν του παρόντος. Κάθε παρελθόν ξαναγεννιέται στο παρόν που γίνεται παρελθόν. Κάθε παρόν σβήνει μέσα στο μέλλον που γίνεται παρόν. Στον αστερισμό τον εποχών και των γεγονότων, το παρόν παραπέμπει ασταμάτητα σε ένα άλλο παρόν, ακολουθώντας μια ασυνεχή σειρά απόηχων και αντηχήσεων.

Στη «διαλεκτική έννοια του ιστορικού χρόνου» το παρόν του παρελθόντος απαντάει στο παρόν του μέλλοντος, η μνήμη στην αναμονή: «Είμαστε αναμενόμενοι». Η πρόβλεψη αυτού του φορτωμένου μεσσιανικά χρέη παρόντος είναι το κατεξοχήν πολιτικό καθήκον.


1 Ο Λισιέν Γκόλντμαν, στις παραδόσεις του της περιόδου 1968-1970, αντιπαρέβαλλε τον Λούκατς με τον Χάιντεγκερ. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, του οποίου η ασύγκριτη αίσθηση του κινδύνου έπιασε αμέσως τη σπουδαιότητα του Είναι και χρόνος, είναι πολύ περισσότερο από τον Λούκατς ο αντι-Χάιντεγκερ του Μεσοπολέμου.

Πηγή: Ο Μαρξ της Εποχής μας: Μεγαλείο και Κακοδαιμονίες ενός κριτικού εγχειρήματος, σ.112-9

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου